• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • «Mουσικὸ Φθινόπωρο τῆς Τιφλίδας» ἀπὸ τὸ Ἵδρυμα “Τζάνσουγκ Καχίτζε” : ἕνα θαῦμα!

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2017 (138)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΕΥΣΙΓΝΩΣΙΑ IN TEMPORE BELLI

Γράφει ο Κυριάκος Π. Λουκάκος[1]

 

Δεν γνωρίζουμε αν έχουν εντοπισθεί αρχαιολογικά τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν τον χρόνο εισαγωγής της μουσικής ως ψυχαγωγικής ή μυσταγωγικής συνοδείας γεύματος ή δείπνου. Το βέβαιο είναι ότι οι αρχαίοι Αθηναίοι της κλασικής εποχής συνδύασαν εμβληματικά την πρόσληψη της τροφής με την φιλοσοφική διαλεκτική και την απόλαυση μουσικών ήχων στο πλαίσιο των συναθροίσεων που οι ίδιοι αποκάλεσαν συμπόσια. Η σύγχρονη, αποστεωμένη, χρήση του όρου ως μορφής συνεδριακής διοργάνωσης χωρίς «υλικές» απολαύσεις, ουδόλως σηματοδοτεί την αλλοίωση της αρχαιοελληνικής αντίληψης για τα «συμπόσια» αυτά, έστω και αν η μετά μουσικής, οίνου και εδεσμάτων ανταλλαγή απόψεων και επιχειρημάτων διαφεύγει, στις μέρες μας, της επιγνώσεως των πολλών στην διάστασή της ως συμποσιακής. Έχοντας μετάσχει και οι ίδιοι σε παρόμοια οικιακά «συμπόσια» συνδυασμένης και συνδυαστικής τρυφής, θα τολμούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε ότι, επιφυλασσομένου του κατά περίπτωσιν επιπέδου της, ουδέποτε η συγκεκριμένη μορφή ανθρώπινης συνύπαρξης και επικοινωνίας είχε στην Ελλάδα παρόμοια διάδοση όσο στην δημοκρατική και αταξική εποχή μας.

Ασφαλώς η γαστριμαργική πανδαισία ως πλαίσιο ανάπτυξης της μουσικής έμπνευσης αναδείχθηκε συστηματικά, ήδη από τα μέσα του 16ο αιώνα, στους κύκλους των ευγενών, άλλοτε ως απλό μέσο επίτασης της απόλαυσης του ισχυρού και άλλοτε ως περισσότερο συνειδητό πλαίσιο διαλογισμού γύρω από τις παραστατικές τέχνες, όπως π.χ. στην περίπτωση της φλωρεντινής «Καμεράτα» που, στο πλαίσιο ανάλογων συμποσίων και ψηλαφώντας τους όρους αναβίωσης του αρχαίου τραγικού λόγου, κατέληξε να επινοήσει την όπερα. Σε κάθε περίπτωση, ο 17ος και, ιδίως, ο 18ος αιώνας καθιέρωσαν τη μουσική, στην λόγια και περίτεχνη εκδοχή της, ως απαραίτητη στα γεύματα βασιλέων και πριγκίπων[2], αλλά ακόμη και εκπροσώπων της εισέτι πολιτικά λανθάνουσας αστικής πλουτοκρατίας, όπως μαρτυρεί, η μεγάλη συλλογή έργων υπό τον γενικό τίτλο «Tafelmusik» (Μουσική του τραπεζιού, Αμβούργο 1733) του πολυτάλαντου και πολύγραφου Georg  Philip Telemann (1681- 1767). Ο ταξικός χαρακτήρας της «ψυχαγωγίας» αυτής, που την εποχή εκείνη αντιμετώπιζε τον καλλιτέχνη ως υπηρέτη του κυρίου του και των αναγκών του, ανακαλείται παραστατικά από τον Αυστριακό δραματουργό Hugo von Hofmannsthal (1874 – 1929) στο λιμπρέτο του για την «Αριάδνη στη Νάξο» (αναθεώρηση του έτους 1916) του Richard Strauss (1864 – 1949), όταν ο λακές του νεόπλουτου μαικήνα ξεκαθαρίζει με χαρακτηριστική αγένεια στον απελπισμένο συνθέτη ότι «όταν λέμε ότι οι μουσικοί είναι στο τραπέζι εννοούμε το γεύμα των κυρίων  και όχι το τραπέζι των μουσικάντηδων»[3]. Χόφμανσταλ και Στράους συνέπραξαν στο λυκόφως του παλαιού ευρωπαϊκού κόσμου και με νωπή την ανάμνηση χρήσης –ή μάλλον κατάχρησης- ακόμη και της σοβαρής  μουσικής ως επένδυσης κοινωνικής επαφής και ερωτικής εκτόνωσης, όπως π.χ. στην περίπτωση του περίφημου Jockey Club de Paris, που περίπου προκαθόριζε τον βαθμό επιτυχίας των λυρικών έργων που παρουσιάζονταν στο Palais Garnier της Β’ Αυτοκρατορίας, επιβάλλοντας την παρουσίαση μπαλέτου σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο της πλοκής[4] επί ποινή αποτυχίας[5], ώστε τα μέλη του να έχουν εν τω μεταξύ ολοκληρώσει το γεύμα τους, προκειμένου παρακολουθήσουν το χορευτικό εμβόλιμο και να  στοχοθετήσουν τα ευάλωτα «ποντικάκια» του corps de ballet για τη συνέχεια της νύχτας.

Τα κοινωνικά κινήματα που πυροδότησε η Γαλλική Επανάσταση, πέρα από τις τεράστιες ανατροπές που επέφεραν, επανακαθόρισαν ανατρεπτικά και τη σχέση του καλλιτέχνη – δημιουργού απέναντι στο κοινό του. Η καλλιτεχνική δημιουργία έθεσε σταδιακά στο επίκεντρό της τις ανάγκες του ίδιου του δημιουργού, προς τις οποίες κλήθηκε να προσαρμοσθεί το μέχρι πρότινος  απόλυτα κυρίαρχο κοινό. Μια κατεύθυνση, η οποία, από τα μέσα του 20ου αιώνα, έχει οδηγήσει μεγάλη μερίδα ερμητικά προσανατολισμένων συνθετών σε πορεία πλήρους απόκλισης από το κοινό τους. Πτυχή αυτής της αποθέωσης του δημιουργού – ερμηνευτή είναι η καθιέρωση της ασκητικής επικέντρωσης του κοινού στο γεγονός, με αναγωγή σε ιεροσυλία κάθε απόσπασης της προσοχής του, πολλώ δε μάλλον αδιανόητων γαστριμαργικών περισπάσεων.

Με αυτές τις σκέψεις και συμπερασματικό τους επιστέγασμα την κυκλικότητα της ιστορικής διαδικασίας, κατεβήκαμε τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην Αίθουσα  Συμποσίων του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών («Αίθουσα Banquet» ονομάζεται επισήμως, προφανώς προς αποτροπή του ταξικού φθόνου που, ως όχημα θεσμοθετημένης άγνοιας και των συντεταγμένων όπισθέν της «ελαφρολαϊκών» και «έντεχνων» συμφερόντων, ανέκαθεν εξόρκιζε το Μέγαρο ως αντίδοτο της δήθεν αγνής και άδολης λαϊκότητας…). Είχαμε αποφύγει μέχρι το εσπέρας της 3ης Απριλίου τους σταθμούς του κύκλου «Μουσική Γευσιγνωσία», τόσο λόγω της δυσπιστίας μας σε σχέση με τους όρους αυτής της νέας σύζευξης, όσο και από προσωπική προσήλωση στο σπαρτιατικό ιδεώδες της βιοτικής λιτότητας. Αποφασίσαμε, μολαταύτα, να πιστοποιήσουμε οι ίδιοι την παρατήρηση της δυσανάλογα μεγάλης διάρκειας της μουσικής σε σχέση με την ιεροτελεστία της διαδοχής των πιάτων που μάς είχε επισημανθεί από πιστούς συνδαιτημόνες του Κύκλου, μομφή, που, ευτυχώς, φάνηκε να έχει τύχει της δέουσας διευθέτησης στην περίπτωση του συγκεκριμένου Rossini Gala.

Φυσικά καθένας δικαιούται να εικάσει την άνωθεν ευλογία του τιμώμενου Gioacchino Rossini (1792 – 1868), γνωστού εξάλλου για τις μαγειρικές ανησυχίες του, προς τον μαίτρ Jean – Louis Capsalas[6], που είχε την ευθύνη για ένα ενδιαφέρον, εύγεστο και –ατυπικά για την nouvelle cuisine- χορταστικό εδεσματολόγιο. Το τριμερές πρόγραμμα της μουσικής απόλαυσης αντιστοιχήθηκε με τους 3 σταθμούς σερβιρίσματος, ενώ το κοινό υπήρξε αβρό σε εκπομπή θορύβου και στην προσεκτική ακρόαση της μουσικής.

Ελαφρά εισήλθαμε στο 1ο πιάτο του μενού, που προέβλεπε «γαρίδες και λαβράκι μαρινέ με λεμονανθούς, ζουλιέν κολοκυθάκια με μελισσόχορτα, μέλι και μους γιαουρτιού». Από την άλλη πλευρά, οι «μεταξένιες» απαιτήσεις ορχηστρικής ελαφράδας, που υπαινίσσεται ο τίτλος της απολαυστικής farsa comica «La Scala di Seta» (1812), θα όφειλαν ίσως να έχουν αποτρέψει τον Αλέξανδρο Μυράτ[7] από την προτίμηση της εισαγωγής της για την έναρξη της εκδήλωσης, αφού σημειώθηκαν κραυγαλέες αστοχίες της «Καμεράτα – Ορχήστρας Φίλων της Μουσικής». Σε γενικές γραμμές όμως, τόσο ο μαέστρος με τη γαλατική παιδεία και ευγένεια όσο και οι πεπειραμένοι μουσικοί του ανέκτησαν γρήγορα το  εγνωσμένο υψηλό τους επίπεδο για μιαν επιλογή με επίκεντρο τον «Κουρέα της Σεβίλλης» (1816), την καβατίνα του Φίγκαρο από την α’ πράξη του οποίου αξιοποίησε ως carte de visite ο δημοφιλής βαρύτονος Χάρης Ανδριανός[8], που επωφελήθηκε από τη μεγάλη σκηνική του εμπειρία στο ρόλο. Ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε το ντουέτο από το νεανικό  melodramma eroico «Tancredi» (1813). Η μεσόφωνος  Άρτεμις Μπόγρη[9], στο μέρος του επώνυμου ήρωα,  και η από μακρού υψίφωνος Μίνα Πολυχρόνου[10] ως Amenaide  μάς εντυπωσίασαν με τη δροσιά, την ακρίβεια και την εύηχη σύνθεση των ηχοχρωμάτων τους. Στην εποχή του Juan Diego Flórez, η αντιπαράσταση του έμπειρου τενόρου Αντώνη Κορωναίου[11] με τον Ντον Ραμίρο στο drama giocoso «La Cenerentola, ossia La bontà in trionfo» («Η Σταχτοπούτα ή Ο θρίαμβος της αρετής», 1817) υπήρξε ριψοκίνδυνη και με αναμενόμενες απώλειες για κάποιον που από καιρό έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα βαρύτερων αναθέσεων.

Ως 2ο πιάτο, ο chef Kapsalas εισηγήθηκε «στήθος κοτόπουλου σχάρας με κρεμμυδάκια κονφί και σάλτσα από μπαλσάμικο και τζίντζερ, συνοδευόμενο από πατατούλες φούρνου με πορτοκάλι και φινόκιο». Εν τω μεταξύ, Πολυχρόνου, Κορωναίος και Ανδριανός, είχαν «ζεσταθεί» επαρκώς για 3 μέρη από τον «Κουρέα», ενώ η Μπόγρη επανήλθε με το απαιτητικό τελικό ρόντο της Αντζελίνα, και πάλι από την «Σταχτοπούτα», προεγγράφοντας υποψηφιότητα πρωταγωνίστριας σε ενδεχόμενη αναβίωση της όπερας από την Εθνική Λυρική Σκηνή.

Η πασίγνωστη εισαγωγή στον «Κουρέα», αντιδάνειο του Ροσσίνι από τη δική του «Elisabetta, Regina d’ Inghiliterra» (1815), σηματοδότησε την ώρα για το μουσικό επιδόρπιο, συνδυάζοντας Ανδριανό και Πολυχρόνου στο ντουέτο Ροζίνας – Φίγκαρο, που απέδωσαν  με φυσικότητα, κωμική αίσθηση και αβίαστη ιταλοπρέπεια, ενώ Κορωναίος και Μπόγρη ξαναβρήκαν την «Σταχτοπούτα», επιτέλους για το ερωτικό τους συναπάντημα, επιβεβαιώνοντας οικείες διαδρομές και υποσχέσεις. Το μινιμαλιστικό finale secondo του «Κουρέα» επισφράγισε με όρους «αίσιου τέλους» μιαν απολαυστική βραδιά, της οποίας η γευσιγνωστική πτυχή είχε ολοκληρωθεί λίγο νωρίτερα σε τόνους «πανακότας με μάνγκο και σοκολάτα  σε ποτήρι»…



[1] Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι κριτικός μουσικής, τ. συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και, από το έτος 2005, πρόεδρος της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

[2] Πρβλ. α.α. σχετική ανάπτυξη στο τρίτομο σύγγραμμα  Syntagma Musicum του έτους 1619 του Γερμανού οργανίστα, συνθέτη και θεωρητικού Michael Praetorius (1571 – 1621), αλλά και την κατά 2 έτη παλαιότερη δημοφιλή συλλογή Banchetto musicale του συμπατριώτη του, ποιητή και συνθέτη Johann Hermann Schein (15861630), παρεμπιπτόντως ισόβιου φίλου του Heinrich Schütz (1585  –  1672) και κάντορα του Αγίου Θωμά της Λειψίας, θέση στην οποία, αργότερα, υπηρέτησε και ο Johann Sebastian Bach (1685 – 1750).

 

[3] Βλ. στον Πρόλογο του έργου «Wenn ich sag’: bei der Tafel, so mein’ ich natrlich bei der herrschaftlichen Tafel, nicht beim Musikantentisch»

[4] Divertissement στη β’ πράξη και μακρύτερη ακολουθία στην γ’.

[5] Πρβλ. αντί άλλων την περίπτωση του βαγκνερικού «Tannhäuser und der Sängerkrieg auf Wartburg» (α’ παρουσίαση της παρισινής εκδοχής 1861). Ο Richard Wagner (1813 – 1883) επέμεινε να τοποθετήσει το χορευτικό Bacchanal, που συνέθεσε ειδικά για την Όπερα των Παρισίων, σε συνεχή μουσική ροή της εισαγωγής του έργου και όχι στην β’ πράξη, με τίμημα την αποτυχία της παρουσίασης.

[6] Σύμφωνα με το επίσημο βιογραφικό του, ο Ελληνογάλλος σεφ γεννήθηκε το 1966 στο SaintÉtienne, σπούδασε την τέχνη του σεφ στην σχολή Rabelais της Λιόν και είχε τις πρώτες του μαγειρικές εμπειρίες στα εστιατόρια 3 αστέρων Michelin «Pierre Orsi» και «Gervais» της Λυόν. Στην Αθήνα ήρθε τα τέλη της δεκαετίας του ’80: άνοιξε στο Μαρούσι το «Au Cap Lyonnais», πέρασε από το «Penteliko» στην Κηφισιά, δούλεψε στο «Mare Nostrum», στην «Brasserie» και στο «Ballade» στο Νέο Ψυχικό και στην «Αίγλη» Ζαππείου. Υπήρξε Executive chef στην εταιρία «Platis Gastronomie», στο Κτήμα Λαζαρίδη και στην «Άρια Γεύσεων». Αυτή την περίοδο, έχει αναλάβει το «Δείπνο Σοφιστήριον».

 

[7] Ο  γαλλικής υπηκοότητας αρχιμουσικός γεννήθηκε στο Βόλο. Σπούδασε στο Παρίσι διεύθυνση ορχήστρας με τους Ίγκορ Μάρκεβιτς, Νάντια Μπουλανζέ και Μαξ Ντώυτς. Πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση ως μαέστρος το 1970, με την Εθνική Ορχήστρα του Μόντε Κάρλο και με σολίστ τον βιολονίστα Henryk Szeryng και υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής και ιδρυτής της Ορχήστρας της Πικαρδίας (1983-1989). Έλαβε το Μεγάλο Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας στην κατηγορία του δίσκου τα έτη 1984 και 1985. Το 2004, τιμήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών για τη συμβολή του στον πολιτισμό. Το 1991, ανέλαβε την Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής. Ο Αλέξανδρος Μυράτ έχει ηχογραφήσει με την Καμεράτα για τις εταιρείες ECM Records, RCA, Agora, Orion Music, Blue Note και EMI Classics. Είναι μόνιμος αρχιμουσικός της Καμεράτα, ενώ έχει συνεργαστεί με πολλά μουσικά σύνολα και ορχήστρες ανά τον κόσμο. Από το 2006, είναι μέλος της Λυρικής Ακαδημίας της Βαντόμ. Διδάσκει τακτικά διεύθυνση ορχήστρας στο Παρίσι, τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της Όπερας της Βαστίλλης. Από το 2008 είναι principal guest της Φιλαρμονικής της Τάργκου Μούρες (Τρανσυλβανία) και από το 2011 καλλιτεχνικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης

 

[8] Ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός σπούδασε τραγούδι στο Ωδείο Athenaeum και με υποτροφία «Μαρία Κάλλας» συνέχισε τις σπουδές του σε Μιλάνο και Βαρκελώνη. Από το 1997 οπότε και ερμήνευσε το ρόλο του Παπαγκένο στον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ, έχει τραγουδήσει πρωταγωνιστικούς ρόλους σε πολλές σημαντικές παραγωγές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Κουρέας της Σεβίλης, Σταχτοπούτα, Ιταλίδα στο Αλγέρι, Ντον Πασκουάλε, Μποέμ, Αριάδνη στη Νάξο), του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και  Θεσσαλονίκης ( Γάμοι του Φίγκαρο, Μαγικός Αυλός, Τουραντότ ). Έχει συνεργαστεί ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Ορχήστρα των Χρωμάτων, την Καμεράτα-Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής και έχει δώσει ρεσιτάλ σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Έχει επίσης εμφανιστεί στην Ιταλία (Μιλάνο, Τράπανι, Πίζα, Κόμο κ.α), την Γαλλία ( Βισσύ) και την Ιαπωνία (Τόκυο) και έχει ερμηνεύσει σε α’ εκτέλεση πολλά έργα σύγχρονων ελλήνων συνθετών, όπως του Μ. Θεοδωράκη, του Ν. Μαμαγκάκη, του Θ. Μικρούτσικου, του Γ. Κουρουπού κ.ά. Ήταν ο τραγουδιστής στους Όρνιθες του Θεάτρου Τέχνης (2008), ενώ υπήρξε μόνιμο στέλεχος της Όπερας της Βόννης το διάστημα 2008-2009. Έχει ακόμη συνεργαστεί  με την ‘Όπερα της Κολωνίας.

 

[9] Η μέτζο σοπράνο Άρτεμις Μπόγρη ξεκίνησε με μουσικές σπουδές στο πιάνο για να συνεχίσει με μαθήματα κλασσικού τραγουδιού στο Ωδείο Αthenaeum (τάξη Μαρίνας Κρίλοβιτς) από όπου απεφοίτησε με Άριστα Παμψηφεί, Α΄ Βραβείο, και χρυσό μετάλλιο. Παράλληλα έχει παρακολουθήσει σεμινάρια τραγουδιού της Δάφνης Ευαγγελάτου, της Jeannette Pilou και του Άρη Χριστοφέλλη, με τον οποίο συνεχίζει τη μελέτη ρεπερτορίου. Έχει συνεργαστεί στο πλαίσιο συναυλιών με την Πρότυπη Ορχήστρα Δωματίου Αθηνών, την Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, την Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, την Ορχήστρα των Χρωμάτων, την Ορχήστρα της Ε.Ρ.Τ, το Ελληνικό  Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής και με την Καμεράτα-Ορχήστρα Φίλων της Μουσικής  υπό τη διεύθυνση του Helmuth Rilling. Από το 2001 συμμετέχει σε παραγωγές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ενώ από το 2009  έως το 2011 υπήρξε ενεργό μέλος του Όπερα Στούντιο. Έχει ερμηνεύσει του ρόλους του Συνθέτη (Αριάδνη στη Νάξο), της πρώτης κυρίας (Μαγικός αυλός), της Ροζίνα (Κουρέας της Σεβίλλης), της Αντζελίνα (Σταχτοπούτα) και της Bubikopf-κορίτσι (Αυτοκράτορας της Ατλαντίδος). Το Φεβρουάριο του 2010 εμφανίστηκε στην όπερα του Γιώργου Κουρουπού «Η σκηνή των θαυμάτων» τραγουδώντας το ρόλο της Τσιρίνας. Τελευταία συμμετείχε στην πρώτη παγκόσμια αναβίωση της όπερας του C.W. Gluck  Il trionfo di Clelia (Ο θρίαμβος της Κλέλιας)  στο ΜΜΑ  και στο Royal Opera House, ερμηνεύοντας το ρόλο του Mannio.

 

[10] Η υψίφωνος Μίνα Πολυχρόνου είναι κάτοχος διπλώματος μονωδίας από το Ωδείο Αθηνών, FLCM (Fellow του London College of Music), ανώτερων θεωρητικών (Αρμονίας, Αντίστιξης και Φούγκας). Με υποτροφία  του Ιδρύματος «Αλ. Ωνάσης» συνέχισε τις σπουδές της στο Μιλάνο (Καστελλάνι, Τσόνι) και στη Βιέννη (Γιούρινατς, Κοτρουμπάς). Έχει πρωταγωνιστήσει σε πολυάριθμες οπερατικές παραγωγές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής όπως: Le Nozze di Figaro (Barbarina), Die Entführung aus dem Serail (Blondchen), Don Giovanni (Zerlina), Die Zauberflöte (Pamina), Il Barbiere di Siviglia (Rosina), La bohème (Musetta), Gianni Schicchi (Nella), Ariadne auf Naxos (Najade), La Traviata (Violetta), Carmen (Micaela) κ.ά. Ως σολίστ έχει συμπράξει με όλες σχεδόν τις μεγάλες ορχήστρες της Ελλάδας, τη Συμφωνική της Σόφιας, τους Mozarteum, τους I Solisti Veneti, τους Composers Ensemble. Έχει εμφανιστεί σε  αίθουσες της Ελλάδας (ΜΜΑ, ΜΜΘ, ΕΛΣ, Όπερα Θεσσαλονίκης, Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, Αρχαία Θέατρα των Δελφών, της Επιδαύρου και του Ηρωδείου), στην Semperoper της Δρέσδης, στο Royal Festival Hall του Λονδίνου, στο «Conservatorio Verdi» του Μιλάνου, στη Μεγάλη Αίθουσα Φιλαρμονικής της Οδησσού, στο Μουσείο «Revoltella» της Τεργέστης, κ.ά. Διδάσκει στο Εθνικό Ωδείο καθώς και στο Δημοτικό Ωδείο Πατρών.

 

[11] Ο τενόρος Αντώνης Κορωναίος, σπούδασε πιάνο (πτυχίο), θεωρητικά, μονωδία με τους Μαρίνα Κρίλοβιτς, Φραγκίσκο Βουτσίνο, Κώστα Πασχάλη (δίπλωμα). Συνέχισε σπουδές στην Ιταλία υπό τους Ρεγγίνα Ρέζνικ, Ουίλλιαμ Ματτεούτσι. Από το 1994 πρωταγωνιστεί σε όπερες της ΕΛΣ (Κουρέας της Σεβίλλης, Άννα Μπολένα, Ιταλίδα στο Αλγέρι,  Σταχτοπούτα, Μαγικός αυλός, Ριγολέττο, Τραβιάτα, Ναμπούκο, Ελιξήριο του έρωτα, κ.ά.). Από το 1998 εμφανίζεται τακτικά στο εξωτερικό (Βιέννη, Βερολίνο, Μόναχο, Λωζάννη, Ζυρίχη, Γενεύη, Ρώμη, Φλωρεντία, Τρεβίζο, Κατάνια, Τόκιο, Γιοκοχάμα, Μόσχα, Αγ.Πετρούπολη, κ.ά.). Έχει λάβει το α’ βραβείο στο διεθνή διαγωνισμό «Τζουζέππε ντι Στέφανο» (Τράπανι Σικελίας 2001) και βραβείο στο διαγωνισμό «European Union Opera» (1998). Υπήρξε μόνιμο στέλεχος της Γερμανικής  Όπερας Ρήνου (Ντύσσελντορφ 2002-2004), ενώ από το 2004 ανήκει στο δυναμικό της ΕΛΣ ως πρωταγωνιστής. Έχει ηχογραφήσει την Αναγέννηση του Μαρκόπουλου (1997- LYRA), την Ελένη του Μικρούτσικου (2001-ΕΜΙ), το Holy Moments (2003-WAVE MUSIC), το Ερωτόκριτος και Αρετή του Μαρκόπουλου (2003-UNIVERSAL) και Ορέστης του Χαίντελ (2004-MDG)

 

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνηγόρου του Πολίτη» και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπήρξε συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην παραγωγή και παρουσίαση εκπομπών όπερας (1994 – 2010), είναι ο κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ, καθώς και τακτικό μέλος του Σωματείου «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», του Ωδείου Αθηνών, της «Κίνησης πολιτών για μιαν Ανοιχτή Κοινωνία» και της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, στην προεδρία του διοικητικού συμβουλίου της οποίας εκλέγεται από του έτους 2005.