• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • «Ερωτευμένος Σοπέν»

    Τελικά η Λυρική Σκηνή βρίσκεται παντού. Μια με την Όπερα της Βαλίτσας μια με τα εκπαιδευτικά προγράμματα στα σχολεία τριγυρνά απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα καλλιεργώντας γόνιμο έδαφος για μελλοντικούς θιασώτες του πληρέστερου είδους μουσικού θεάματος

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2017 (134)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

Μανον Λεσκω: Επιστροφή με Ερωτήματα

Γράφει ο Κυριάκος Π. Λουκάκος

Στην εποχή που η μελοδραματική παραγωγή δεν αποτελεί πλέον ενεστώσα κοινωνική αναφορά, αλλά αναμάσηση ενός ιστορικά περιχαρακωμένου ρεπερτορίου, οι αναβιώσεις των λυρικών έργων διεκδικούν στίγμα μέσα από την σκηνοθετική «ανανέωση» της πλοκής. Το πόσο δυσχερής είναι η προσαρμογή μιας διαφοροποιημένης υπόθεσης πάνω στα βασικά στοιχεία της αρχικής δραματουργικής ανάπτυξης και ποιού διαμετρήματος τάλαντο προϋποθέτει παρόμοιο εγχείρημα αποτελεί κοινό τόπο της εμπειρίας κάθε μυημένου ή αμύητου λάτρη. Όπως και ο βαθμός της επιρροής στην αδιατάρακτη πρόσληψη της μουσικής, η οποία αποτελεί τον πρωταρχικό λόγο της αναβίωσης και στην οποία, ήδη από εποχής Σαλιέρι, αναγνωρίζεται η πρωτοκαθεδρία έναντι του λόγου ( «prima la musica e dopo le parole» -η αμφισημία των Κράους και  Στράους στο «Καπρίτσιο» δεν αναιρεί την διαχρονική παραδοχή-). Οι διαπιστώσεις αυτές ισχύουν ιδίως στην περίπτωση της «Ιστορίας του ιππότη ντε Γκριέ και της Μανόν Λεσκώ» (1731)  του Αββά Πρεβώ (1697-1763), αφού το δυνατό του «στόρυ» έχει εμπνεύσει  αξιομνημόνευτα συνθέτες από τον Εσπρί Ωμπέρ («Μανόν Λεσκώ», 1856) μέχρι τον εσχάτως εκλιπόντα Χανς Βέρνερ Χέντσε («Boulevard Solitude», 1952).

Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, κατανοούμε τη διακήρυξη των διαπρεπών σκηνοθέτη Τζανκάρλο Ντελ Μόνακο (υιού του θρυλικού Μάριο) και σκηνογράφου Νίκου Σ. Πετρόπουλου, ότι η νέα παραγωγή της «Μανόν Λεσκώ»  που υπογράφουν για την Εθνική Λυρική Σκηνή αποτελεί «μεταφορά ξεκάθαρη για τους θεατές, χωρίς τα τάχα βαθυστόχαστα νοήματα, μηνύματα, τις ψευδοφιλολογικές πομφόλυγες και άλλα ακατανόητα, τα οποία μπερδεύουν αντί να βοηθούν», μάλλον ως εξορκισμό ιδίων επιλογών. Γιατί το drama lirico  του Πουτσίνι καθεαυτό αποτελεί επιτομή απλότητας σε σχέση με την ανθρώπινη φύση, τις εξάρσεις και τα πάθη της, βαθιά βιωματικό και κατανοητό στον καθένα. Αντίθετα, η παρέμβαση στη δράση μιας μη εγκεφαλικής όπερας δημιουργεί αφ’ εαυτής σειρά ερωτημάτων, ιδίως όταν οι υπέρτιτλοι δεν σε αφήνουν να λησμονήσεις το κείμενο, εστιάζοντας στην αναντιστοιχία των κοινωνικών συνθηκών της κάθε εποχής (18ος αι. και μέσα 20ου), αλλά και  των updated χαρακτήρων προς τη δραματουργική τους αφετηρία (πρβλ., α.ά., το νεανικό και ελκυστικό Γερόντιο (sic) του Τάσου Αποστόλου, αναιρετικό στην πρόκληση της Μανόν να αναζητήσει τα αίτια της απιστίας της μέσα από τη δική του θωριά  στον καθρέφτη!).

Η αίσθησή μας πάντως, από την συνδυασμένη παρακολούθηση της 1ης  (21/10/12) και της παράστασης της 9ης Νοεμβρίου, θέλει τη νέα παραγωγή να ευνοείται από την εξοικείωση τόσο του θεατή όσο και των συντελεστών. Iδίως στην τελευταία πράξη, όπου οι εραστές εμφανίζονται ως πλήρως αμερικανοποιημένοι, βαριά οπλισμένοι Μπόνυ και Κλάιντ. Το ζευγάρι της πρώτης βραδιάς (η εκ Κροατίας υψίφωνος Λάνα Κος, μεταλλική, αλλά με αξιοσημείωτο πορταμέντο, και ο οξύφωνος Ρέντσο Τζούλιαν) διεξήλθε το καταληκτικό ντουέτο μόνο με το λαρύγγι, όχι με την ψυχή! Αν και κρυολογημένος, ωστόσο, ο Ιταλός εκτύλιξε -τη 2η φορά- πολύ πιο ισορροπημένα την ιταλοπρέπεια του καθαρού και χωρίς προβλήματα ψηλής περιοχής λυρισμού του, εμπνεόμενος από την συμπατριώτισσά του Ρακέλε Στανίσι, σοπράνο μεστή, κρεμώδη και υποκριτικά φορτισμένη. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι στο θέατρο η πρεμιέρα προηγείται πολλών παραστάσεων της «επίσημης» επανάληψής της, από την οποία και εξής καλούνται οι κριτικοί, και από τον κανόνα δεν εξαιρείται το (ελληνικό) λυρικό θέατρο. Ο Λεσκώ του βαρυτόνου Διονυσίου Σούρμπη μεγιστοποίησε τις προδιαγραφές του ρόλου (αρχήθεν έξοχη α’ σκηνή β’ πράξης, splendida e lucente), ενώ, ως Τζερόντε, ο Δημήτρης Κασιούμης έλαμψε μεν φωνητικά, αλλά με ανυπαίτια υποκριτική αμηχανία, την οποία ο Τάσος Αποστόλου αντιμετώπισε, όπως ήδη προαναφέραμε, υπερβαίνοντας το κείμενο και τις ισορροπίες του. Βινιέτες από τον χοροδιδάσκαλο του Χρήστου Κεχρή (21/10) και του «Λιμπεράτσε» Θανάση Ευαγγέλου,  όπως και τον υποσχόμενο μουσικό της  Αθηνάς Καστρινάκη (9/11). Μέχρι την παράσταση του Νοεμβρίου είχε κατασταλάξει πλήρως και η διεύθυνση του Λουκά  Καρυτινού, με φυσική και αισθαντική αντίληψη για το ρουμπάτο στον Πουτσίνι.

Εφ. Η Αυγή
Κυ, 18 Νοε 2012

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνηγόρου του Πολίτη» και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπήρξε συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην παραγωγή και παρουσίαση εκπομπών όπερας (1994 – 2010), είναι ο κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ, καθώς και τακτικό μέλος του Σωματείου «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», του Ωδείου Αθηνών, της «Κίνησης πολιτών για μιαν Ανοιχτή Κοινωνία» και της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, στην προεδρία του διοικητικού συμβουλίου της οποίας εκλέγεται από του έτους 2005.