• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • Φαντασμαγορική παραγωγή της «Μύτης» του Shostakovich από Met

    Φαντασμαγορική παραγωγή της «Μύτης» του Shostakovich από Met

    Η σατυρική όπερα του Dimitri Shostakovich με τίτλο «Η Μύτη» (Нос, 'Nos') υπήρξε η πρώτη όπερα του συνθέτη, ολοκληρωμένη το 1928, όταν έκλεινε το είκοσι δύο του χρόνια (άρχισε τη σύνθεση του έργου, στα 20!)

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2017 (86)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

ΛΟΕΝΓΚΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΣ

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

Υψηλού επιπέδου αναβίωση στην αίθουσα «Αλ. Τριάντη»

 

lohengrin-gno-2017Σε διαδρομή 4 δεκαετιών συλλογής δίσκων, μόνον ένα ρεσιτάλ με άριες Βάγκνερ, από την χαρακτηριστική κίτρινη ετικέτα της Deutshe Grammophon (135 022), μάς προμήθευσε ηχητικό ίχνος για τον Δανό τενόρο Ticho Parly (1928 – 1993), εκείνον που είχε επωμισθεί τον επώνυμο ρόλο στην πρώτη παρουσίαση του «Lohengrin» από την Εθνική Λυρική Σκηνή, στα 1965. Το πρόγραμμα των εφετινών παραστάσεών της (27.01-05/02), στην αίθουσα «Αλ.Τριάντη», ενημερώνει  περαιτέρω για την πρώτη αθηναϊκή αναβίωση της αγαπημένης αυτής όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ (1903), από ιταλικές δυνάμεις, σε συνέχεια αντίστοιχων προηγουμένων στην Κέρκυρα,  παραλείπει όμως, μάλλον απρόσμενα (εν όψει του χώρου φιλοξενίας και της εντόπιας σπανιότητας τόσο δημοφιλούς αριστουργήματος) την προ 18ετίας (Μάρτιος 1999),  πρώτη στην Ελλάδα, πλήρη γερμανόφωνη παρουσίαση του έργου, επίσης στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε σκηνοθεσία Michael Hampe και μουσική διεύθυνση του εν τω μεταξύ βετεράνου  Michel Plasson. Από την παραγωγή αυτή αναπολούμε ιδιαιτέρως την εκστατική Έλσα της Φιλανδής Soile Isokoski, ερμηνεία αναφοράς τής δεκαετίας διεθνώς.

Αποτελεί κοινό μυστικό ότι η πλέον πρόσφατη αναβίωση του «Λόενγκριν» (παρακολουθήσαμε την 3η από συνολικά 5 παραστάσεις, της 1ης Φεβρουαρίου) προσέλαβε τον χαρακτήρα στοιχήματος και συνάμα   κορωνίδας της λήγουσας θητείας του Μύρωνος Μιχαηλίδη ως καλλιτεχνικού διευθυντή της ΕΛΣ, έστω και με το δεδομένο ότι αξιοποίησε συμπαραγωγή της Εθνικής Όπερας της Ουαλλίας και του Μεγάλου Θεάτρου της Βαρσοβίας, αντίθετα προς την προηγηθείσα που ήταν ιδία παραγωγή του ΟΜΜΑ (ήταν άραγε αδύνατον να επικαιροποιηθεί εκείνη;). Ενώ όμως η παλαιότερη είχε απασχολήσει Έλληνες μουσικούς μόνον ως ενίσχυση των χάλκινων πνευστών της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Δρέσδης, η πρόσφατη ακολουθία παραστάσεων επιστράτευσε τόσον ορισμένους Έλληνες μονωδούς όσο και -το σπουδαιότερο- την Χορωδία και την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής υπό επίσης Έλληνα μαέστρο, τον προμνησθέντα Μύρωνα Μιχαηλίδη, επίτευγμα δυστυχώς εισέτι διόλου αυτονόητο για τα καθυστερημένα ελληνικά πράγματα.

Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε εξαρχής να αναγνωρίσουμε ότι άπαντες ήρθησαν στο ύψος της επικίνδυνης αυτής αποστολής: η Χορωδία ερμηνεύοντας για πρώτη φορά μουσικό κείμενο παρόμοιας έκτασης, πολυπλοκότητας και δραματουργικής εγρήγορσης, σε διδασκαλία που καθιερώνει τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο, αλλά και η Ορχήστρα, την οποία ο Μιχαηλίδης οδήγησε με ασφάλεια, κατορθώνοντας να χαλαρώσει μετά από ένα κάπως αγχωμένο  πρελούδιο και επιτυγχάνοντας εν συνεχεία να αφήσει αξιοσημείωτο χώρο στους επί σκηνής ερμηνευτές, με ευεργετική επιρροή στην αντιπαράσταση της Έλσας με την Όρτρουντ και στην οργάνωση του σχεδόν ημίωρου φινάλε της β’ πράξης, όσο και στη μουσικοδραματική κορύφωση του επιθαλάμιου ντουέτου.

Παρά το γεγονός ότι παραμένουμε σταθερά αδιάφοροι απέναντι σε σκηνογραφίες  παραστατικές  εργοστασίων, υδροηλεκτρικών ή άλλων, θεωρούμε ότι ο εν προκειμένω υπεύθυνός τους, σκηνοθέτης Antony McDonald, δικαίωσε τη διεθνή εκτίμηση που τον περιβάλλει, τόσο μέσα από το θεατρικό χτίσιμο των χαρακτήρων του έργου όσο και από τη εύκαμπτη διαχείριση της ενδυματολογικής πτυχής, βοηθούμενος καθοριστικά από τους υποβλητικούς φωτισμούς της Lucy Carter. Το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη απέσπασαν κυρίως οι συγκριτικά «αδύναμοι» χαρακτήρες της Έλσας και του Φρειδερίκου. Επέκεινα της αναγκαίας εξοικείωσης με τη στριγκή ποιότητα ορισμένων περιοχών της φωνής της, οικεία σε σχολές της Ανατολικής Ευρώπης, η διεθνούς φήμης Jolana Fogašová   σκιαγράφησε μια φωνητικά αγέρωχη, τονικά ασφαλή και όχι μονοσήμαντα συμπαθή δούκισσα της Βραβάντης, άλλοτε ως αλαζονική καλλονή, άλλοτε ως τρωτό θύμα και τέλος ως ασφυκτικά επίμονη και αντιπαθητικά χειριστική προς τον σωτήρα της ηρωίδα. Ο Δημήτρης Πλατανιάς επικύρωσε την οικουμενική του ποιότητα με φωνητική επίδοση ρωμαλέου φανατισμού και υποκριτική ανάδειξη της περιορισμένης ευφυίας του πολεμιστή ενώπιον τής Martina Dike ως  Όρτρουντ φωνητικά μεν στο όριο, αλλά βασιλικά επιβλητικής και πιστευτής δολοπλόκου. Ήχο μεστής πληρότητας, μουσικότητα και ευπλασία γραμμής αναγνώρισε ευγνωμόνως το κοινό σ’ έναν Λόενγκριν (Peter Wedd)  αρκετά μακριά από το σκηνικό αρχέτυπο του ξανθού ιππότη. Ακμαίος, καλλιεπής και με άρτια άρθρωση ο Βασιλικός Κήρυκας του Διονυσίου Σούρμπη στην πρώτη (;) του βαγκνερική αποστολή. Θεωρούμε, ωστόσο,  ανάθεση ανάγκης, τον Ερρίκο τον Ορνιθοθήρα του Τάσου Αποστόλου, αφού προφανώς ο άξιος καλλιτέχνης δεν διαθέτει τα αποθέματα βάθους που επιτάσσει ο ρόλος, όπως καταγράφηκε το αργότερο στην επίκληση του Μονάρχη «Mein Herr und Gott!». Εν κατακλείδι πάντως η παράσταση σημείωσε αντίκτυπο ανάτασης εξ ίσου σε αρχάριους και σε «κακομαθημένους» τού «Πράσινου Λόφου». Δεν είναι λίγο!

 

Αναδημοσίευση από ΑΥΓΗ της Κυριακής 5.03.2017

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνήγορου του Πολίτη», κριτικός μουσικής και εξωτερικός συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ και έχει εκλεγεί το 2005, 2009 και 2012 Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.