• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • «Δύο γυναίκες χορεύουν» Βαθμολογία: 9/10

    «Δύο γυναίκες χορεύουν» Βαθμολογία: 9/10

    Όταν ο ηθοποιός γνωρίζει την δουλειά του, ο θεατής δεν έχει κάποιο άγχος. Το «Δύο γυναίκες χορεύουν είναι ένα ρεσιτάλ ηθοποιίας της παλαίμαχης πλέον κας

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2017 (134)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

ΚΤΙΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΝΕΟ «ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ» (μέρος α)

Από τον Κυριάκο Π. Λουκάκο[1]

 

 

Ενώ οι διαδικασίες για τη σύσταση του νέου φορέα της δημόσιας τηλεόρασης προχωρούν, ελάχιστος δημόσιος λόγος αφιερώνεται στη δημόσια ραδιοφωνία. Οι σκέψεις και οι προτάσεις που εκτίθενται στη συνέχεια αποτελούν απόσταγμα προβληματισμού στο πλαίσιο ενός αγώνα 15ετίας για ποιοτικό πολιτιστικό ραδιόφωνο, τον πυρήνα δηλαδή της αιτίας χρέωσης των φορολογουμένων για έναν παρόμοιο θεσμό. Μετά από σχεδόν 60 χρόνια λειτουργίας, 35 περίπου από την παραίτηση του πρώτου μεταπολιτευτικού διευθυντή του, του Μάνου Χατζηδάκι και με ηγεσίες που μονότονα αντλούσαν τη νομιμοποίησή τους από σοβαρή ή επιδερμική σχέση τους με κείνον, το Τρίτο Πρόγραμμα είχε σταδιακά περιπέσει σε  βαθειά κρίση: κρίση κατεύθυνσης, κρίση πόρων, κρίση άρτιας τεχνικής λειτουργίας, κρίση αξιολόγησης του προσωπικού του. Μια κρίση που φυσικά δεν ήταν αυτοφυής, αλλά ανέκυψε από τη συνεπή έλλειψη της πολιτικής βούλησης να διασφαλίσει ο Σταθμός τη θέση που του αρμόζει σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας του.

Γιατί, πέρα από τον τομέα της έγκυρης δημοσιογραφικής ενημέρωσης, που, ας μην το παραβλέπουμε, διασφαλίζεται  μέσα από την εσωτερική και διεθνή ανταγωνιστική συνύπαρξη δημόσιων και ιδιωτικών μέσων, η υπόθεση του πολιτισμού ως ραδιοτηλεοπτικού προϊόντος κινείται, στη χώρα μας, κυριολεκτικά επί ξυρού ακμής, αφού όχι μόνον απουσιάζει πλέον από τις ιδιωτικές συχνότητες, αλλά είχε ήδη, σε μεγάλο βαθμό, υποκατασταθεί από μια ποικίλη υποκουλτούρα και στα ελληνικά δημόσια μέσα της ΕΡΤ. Να γιατί, λοιπόν, ένα νέο, ορθότερο στη στόχευση και ευρωπαϊκό στη φυσιογνωμία,  αλλά πάντοτε εμβληματικά «Τρίτο» πρόγραμμα  είναι κρίσιμο ως εργαλείο ανάτασης σε καιρούς κρίσης συνδυασμένης με αξιακή  σύγχυση. Τέλος, η εκ νέου επιλογή της οικείας ονομασίας «Τρίτο Πρόγραμμα» και, για την ταυτότητα του ιστορικού και ουσιαστικού λόγου, η στάθμιση εκ μέρους των ιθυνόντων της αξιοποίησης του γενικού διακριτικού τίτλου ΔΕΡΤ  (Δημόσια Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση – η αναφορά του διαδικτύου μπορεί να απουσιάζει από τον τίτλο, όπως συμβαίνει πανευρωπαϊκά) θα συνδύαζε τη σηματοδότηση της οργανωτικής μεταβολής με την ιστορική συνέχεια του φορέα, όπως κάποτε είχε συμβεί με τη μετάβαση από το ΕΙΡ στην παλιά ΕΡΤ.

 

 

Η σημασία της φυσιογνωμίας του Σταθμού

 

Το Τρίτο Πρόγραμμα αποτελεί παραδοσιακά τον ραδιοφωνικό δίαυλο πολιτισμού στις ανεπτυγμένες χώρες και όχι μόνον (Μ. Βρετανία, Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία  -στην Αυστρία είναι μάλιστα το Πρώτο τους πρόγραμμα!-). Αν και αποτελεί συχνότητα που δεν παρακολουθείται από την πλειονότητα του ραδιοφωνικού κοινού, ακόμη και στις χώρες που παρουσιάζουν υψηλή στάθμη καλλιέργειας της τέχνης και του (όντως) πολιτισμού, ωστόσο η απήχησή του εκτείνεται πρωτίστως σε κοινωνικά στρώματα που αποτελούν την ηγέτιδα τάξη των χωρών αυτών και απαρτίζονται από τους λεγόμενους διαμορφωτές γνώμης, δηλ. πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, πολιτικούς, επιστήμονες και άλλες ομάδες με βαρύνουσα γνώμη. Αξιοσημείωτο όμως είναι το γεγονός ότι στις χώρες αυτές, που η εκπαιδευτική δημοκρατία είναι βαθύτερη, μεγάλο μέρος του κοινού των Τρίτων Προγραμμάτων αποτελείται και από απλούς ανθρώπους του καθημερινού μόχθου, χωρίς  πανεπιστημιακούς τίτλους, που συνδυάζουν το ποδόσφαιρο ή το ράγκμπυ με ψυχαγωγία που υπηρετείται από τα ραδιοφωνικά αυτά προγράμματα.

 

 

Η αύξηση της ακροαματικότητας συνάρτηση υψηλής ποιότητας και όχι εκπτωτικής λογικής

 

Η διόλου ευκαταφρόνητη ύπαρξη ενός φιλόμουσου ραδιοφωνικού κοινού των κρατικών συχνοτήτων οδήγησε, τη δεκαετία του 1990,  στη δημιουργία ανταγωνιστικών ιδιωτικών ραδιοφώνων (radio classique, classic fm…) σε  ορισμένες χώρες (το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία έρχονται πρόχειρα στο νου), με πρόγραμμα  συνεχούς ροής ηχητικών «clips» εύπεπτης κλασσικής μουσικής, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονται διαφημιστικά μηνύματα, δηλ. ένα είδος «τζούκ-μπόξ» κλασσικής μουσικής. Η εμφάνιση των σταθμών αυτών φάνηκε προς στιγμήν ότι απειλούσε την, ούτως ή άλλως, μικρή ακροαματικότητα των κρατικών Τρίτων Προγραμμάτων. Στη διάρκεια του χρόνου, όμως, εισέφερε αισιόδοξα δεδομένα αναφοράς, πρόσφορα για την κατεύθυνση των όρων λειτουργίας και την διεύρυνση της ακροαματικότητας ενός νέου ελληνικού Τρίτου.

Συγκεκριμένα, η εμπειρία απέδειξε ότι το κοινό των Τρίτων Προγραμμάτων των παραπάνω χωρών  δεν εγκατέλειψε την κρατική συχνότητα, αλλά αντιθέτως την περιέβαλε με ακόμη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, συνεκτιμώντας την ιδιαιτερότητα της προσφοράς τους, δηλ. την συστηματική και έγκυρη παρουσίαση όλων των πτυχών της λόγιας μουσικής δημιουργίας, με ιστορική τεκμηρίωση, ένταξη στο πρόγραμμα ιστορικών ηχογραφημάτων, αλλά και πλήθους αξιόλογων συναυλιακών γεγονότων και, φυσικά, την παρουσίαση των θεωρούμενων ως δυσχερέστερων στην κατανόηση έργων της μουσικής αυτής. Η βασική διαφορά των 2 αυτών κατευθύνσεων συνίσταται στη σχολιασμένη παρουσίαση πλήρων έργων έναντι  μιας άλαλης και τυχαίας διαδοχής από «αιμάσσοντα αποτμήματα». Η υιοθέτηση του πρώτου τρόπου παρουσιάσεως από τα «Τρίτα» σηματοδοτεί ένα παιδευτικό ραδιοφωνικό περιβάλλον, με σεβασμό στην ακεραιότητα των αριστουργημάτων, χωρίς διαφημιστικές διακοπές που δεν αρμόζουν στη μεγάλη τέχνη.

Εν τέλει μάλιστα, στην  Ευρώπη, οι ιδιωτικοί σταθμοί του είδους έχουν λειτουργήσει  ως «αιμοδότες» των δημόσιων, αφού συνέβαλαν στη σταδιακή διαμόρφωση ενός νέου κοινού που εξοικειώθηκε με το λόγιο ακρόαμα και ένιωσε την ανάγκη  να το αναζητήσει συστηματικά μέσα από την έγκυρη καθοδήγηση των συνεργατών και του ραδιοφωνικού ήθους ενός Τρίτου Προγράμματος.

 

Οι εκπομπές λόγου

 

Ελλείψει ραδιοφωνικού σταθμού στην Ελλάδα αντίστοιχου με τον γαλλικό France Culture, είναι ευνόητο ότι το Τρίτο Πρόγραμμα θα περιλαμβάνει στον σχεδιασμό του, όπως και μέχρι πρότινος, πέραν της μουσικής,  και εκπομπές λόγου, οι οποίες όμως αντίθετα με ό, τι ίσχυε, δεν θα πρέπει να εκτείνονται σε ασκήσεις πολυλογίας, αλλά να χαρακτηρίζονται από συντομία, πρωτότυπη και συνοπτική εμβάθυνση και ήθος εκφοράς λόγου αντίστοιχο με τη γενική εικόνα ενός έγκυρου, αλλά και χαλαρού (relaxed) ποιοτικού σταθμού. Προτεραιότητα  θα πρέπει να αποτελεί η αποφυγή ατερμόνων αναγνώσεων και η ορθή και ευρηματική εκφορά του λόγου, με πλούτο λεξιλογίου, άρτια σύνταξη, χωρίς κενολόγες εμφάσεις, λεκτικές υπερβολές και επιδεικτική λεξιθηρία που ανήκουν σε ένα βερμπαλιστικό μεταπολιτευτικό παρελθόν και τείνουν να αντιμετωπίζονται με ειρωνική συγκατάβαση από το υψηλού επιπέδου κοινό ενός τέτοιου σταθμού. Τα πεντάλεπτα που είχε καθιερώσει ο Μάνος Χατζιδάκις αποτελούν χρήσιμο οδηγό για παρόμοια εγχειρήματα.

 

(Συνεχίζεται)



[1] Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος και εργάζεται, ως ειδικός επιστήμονας, στον «Συνήγορο του Πολίτη». Υπήρξε εξωτερικός συνεργάτης του Τρίτου Προγράμματος, με μικρά διαλείμματα,  από τον Μάρτιο του 1994 έως και τον Ιούνιο του 2010. Είναι κριτικός μουσικής και, από το 2005, εκλέγεται πρόεδρος της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνηγόρου του Πολίτη» και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπήρξε συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην παραγωγή και παρουσίαση εκπομπών όπερας (1994 – 2010), είναι ο κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ, καθώς και τακτικό μέλος του Σωματείου «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», του Ωδείου Αθηνών, της «Κίνησης πολιτών για μιαν Ανοιχτή Κοινωνία» και της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, στην προεδρία του διοικητικού συμβουλίου της οποίας εκλέγεται από του έτους 2005.