• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • «Άνοδος και πτώση της πόλης Μαχαγκόνυ» στο Μέγαρο Μουσικής

    Η συνεργασία του  Βασιλικού Θεάτρου της Μαδρίτης με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για την αναβίωση της εκτενούς εκδοχής της όπερας του Κουρτ Βάιλ «Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόνυ» αποτελεί καρπό διορατικής πολιτικής συμμαχιών του προέδρου του ΟΜΜΑ, Ιωάννη Μάνου, εν όψει των ιλιγγιωδών περικοπών προϋπολογισμού τους οποίους οφείλει να διαχειρισθεί ο Οργανισμός. Παράλληλα δεν οριοθετείται απαραιτήτως από τον αναμφισβήτητα συμβολικό χαρακτήρα που εκπέμπεται αναφορικά με την ομοίως απειλητική για Ελλάδα και Ισπανία κρίση δανεισμού, αλλά -κυρίως- επιτρέπει μια πληρέστερη αποτίμησή του Βάιλ ως συνθέτη όπερας, από τον πρωτόλειο «Πρωταγωνιστή» της Δρέσδης του 1925, μέσω του πρώτου «Μαχαγκόνυ» (Μπάντεν – Μπάντεν 1927), μέχρι τα χρόνια του Μπρόντγουέη

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2017 (111)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

ΕΒΙΤΑ ΠΕΡΙΩΠΗΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

evita-piraeus-2017-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%ad-%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%88%cf%8d%cf%81%cf%81%ce%b1%cf%82-%ce%b1%ce%bb-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bdΣτα μέσα του 20ου αιώνα ολοκληρώθηκε μια ιστορική περίοδος αιώνων. Η περισσότερο ή λιγότερο «υψηλή» αισθητική των ελίτ της κάθε εποχής από την Αναγέννηση και μετά παραχώρησε τη θέση της στην πλειοψηφική απλοϊκότητα που ορίζεται ως pop culture. Με αυτήν συνδιαλέγεται κατ’ ανάγκην και το είδος του μουσικού θεάτρου που αποκαλούμε συλλήβδην μιούζικαλ. Στις πιο φιλόδοξες στιγμές του το είδος αυτό επιχείρησε την ιδιοποίηση στοιχείων της λυρικής φόρμας, όπως τη συνεχή σύνθεση ή τη δεξιοτεχνική φωνητική γραφή, πιστοποιώντας έτσι την καταγωγή του από το μελοδραμάτιο, όπως ελληνιστί αποδίδεται ο όρος οπερέττα. Μουσικά, ωστόσο, ελάχιστα από τα έργα του δραματολογίου αυτού (Γουέστ Σάιντ Στόρυ!) συναγωνίζονται σε  επίπεδο την «αργυρά» ή «χρυσή» οπερέττα (Σουπέ, Όφφενμπαχ, Γ.Στράους, Λέχαρ, Κάλμαν, Ντόσταλ, Άμπραχαμ ή Στολτς), ακόμη και δημιουργίες -κυρίως- Ευρωπαίων εμιγκρέ στις μεσοπολεμικές ΗΠΑ και επέκεινα (Ρόμπεργκ, Φριμλ, Κερν, Ρότζερς, Φρ. Λόοου). Στη δική μας εποχή η μουσική είναι συνήθως περιορισμένης έμπνευσης και η παρουσίαση συνοδεύεται από ομοβροντία στερεότυπων δημοσιογραφικών διθυράμβων που συνήθως διαψεύδονται από το αποτέλεσμα. Μια διαπίστωση ιδιαίτερα σημαντική για τα καθ’ ημάς, αφού το μιούζικαλ εμφανίζει εσχάτως συχνότητα παρουσίας στα αθηναϊκά δρώμενα τόσο διογκωμένη, ώστε να καθίσταται ανησυχητική, επειδή συχνά επιλέγεται ως καλλιτεχνικός ελλιμενισμός ευκολίας σε καιρούς κρίσης.

Ο βαρώνος Andrew LloydWebber (*1948), πολυβραβευμένος παράγοντας του μουσικού θεάτρου και βουλευτής των Torries στη Βουλή των Λόρδων, συνέθεσε μεν και παρουσίασε με εξαιρετική εμπορική επιτυχία μια σειρά από μιούζικαλ (ή shows, όπως αυτά επίσης χαρακτηριστικά αναφέρονται), αλλά κατά την άποψή μας ουδέποτε διάβηκε πειστικά το κατώφλι που προάγει τον τραγουδοποιό σε συνθέτη. Αν και αποτυχών πάντως στη Eurovision, αναδείχθηκε σε εμβληματικό songwriter με hits όπως το «Memory» από τις «Cats» ή το «Don’t cry for me Argentina» από την «Evita».  Την τελευταία, ως μουσικοθεατρική σύνθεση πτυχών από την πολυτάραχη ζωή της Eva Perón (1919 – 1952), συζύγου του στρατηγού, τρις νυμφευμένου και τρις προέδρου της Αργεντινής Juan Perón (1895 – 1974), είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε σε μια κυριολεκτικά πρότυπη παράσταση στο ανακαινισμένο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς. Μια παράσταση τόσο καλοστημένη και σχολαστικά προετοιμασμένη, ώστε αντιστικτικά να αποκαλύπτει ότι το καθαρά μουσικό ενδιαφέρον της «Εβίτα» περιορίζεται σε ελάχιστα  τραγούδια, που επανέρχονται επεξεργασμένα στη διαδρομή της, ενώ τα συνδετικά μουσικά μέρη παρουσιάζουν σταθερά ισχνή και αμήχανη έμπνευση.

Πέραν του κεντρικού «αειθαλούς», πασίγνωστου και από τη Madonna, ισχυρό σημείο του μιούζικαλ παραμένει το λιμπρέτο του Sir Tim Rice (*1944), επειδή αξιοποίησε διορατικά την Εύα Περόν όχι ως ευκαιρία αγιοποίησης μιας ούτως ή άλλως το λιγότερο αμφιλεγόμενης πολιτικής φυσιογνωμίας, αλλά προκειμένου να σχολιάσει την οικοδόμηση της εικόνας και τη δύναμη της προπαγάνδας, με αντικειμενικότητα δε που θα ζήλευε σχολιαστής του BBC. Με σεβασμό στο κείμενο αυτό λοιπόν  κινήθηκαν ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μαλισσόβας και το επιτελείο του, ο σκηνογράφος Ζήσης Παπαμίχος, η ενδυματολόγος Ηλένια Δουλαδίρη, ο φωτιστής Αλέκος Γιάνναρος και ο χορογράφος Νίκος Μαριανός που προσάρμοσαν αποτελεσματικά το θέαμα στα δεδομένα του περιορισμένου αλλά ζεστού χώρου.

Τον επώνυμο ρόλο ενσάρκωσε με ιδεώδες μέτρο η πολυτάλαντη, όπως αποδείχθηκε, Νάντια Μπουλέ. Απήγγειλε, τραγούδησε και κινήθηκε με αφοπλιστική ερμηνευτική ενσυναίσθηση του ιστορικού προσώπου, αποδίδοντας με αληθοφάνεια τον αντιφατικό, ενίοτε κυνικό και αντιπαθή,  αλλά σταθερά χαρισματικό σκηνικό χαρακτήρα της συναρπαστικής Γυναίκας. Πρωτεϊκός, αεικίνητος και ευκίνητος, καθολικά άρτιος, στάθηκε πλάι της ο Αιμιλιανός Σταματάκης. Ο νεαρός πρωταγωνιστής κυριολεκτικά εξάντλησε τις δυνατότητες του Τσε Γκεβάρα ως ενός ου προσώπου που ανακαλεί  τον -επίσης τενόρο- «ανδρικό χορό» (Male Chorus) στον «Βιασμό της Λουκρητίας» (1946) του Μπέντζαμιν Μπρίττεν και λειτουργεί ως φανταστικός, οιονεί συνειδησιακός συνοδοιπόρος και σκιώδης παραστάτης της Εβίτα. Η συχνά εκκωφαντική και μονόχρωμη μουσική που τού επιφύλαξε ο Λόυντ Γουέμπερ, ακόμη και στη μοναδική λυρική άριά του, δεν επέτρεψε, ωστόσο, να αναδειχθούν πληρέστερα οι πιο «εσωτερικές» φωτοσκιάσεις της ερμηνευτικής ιδιοσυγκρασίας του Σταματάκη, που μάς είχαν κυριολεκτικά απογειώσει στις  «Καμπάνες του Εντελβάις» του Νίκου Καρβέλα. Ενός έργου που δεν θα κουραστούμε να υποστηρίζουμε ότι αποτελεί κορυφαίο της κατηγορίας του, και δη σε διεθνή κλίμακα.

Υψηλό επίπεδο κατέγραψε πάντως το σύνολο των αδόντων υποκριτών (Μιχάλης Ψύρρας – ως όντως βαρύτονος Χουάν Περόν, Ίαν Στρατής-Δ/ντής Ιδρύματος «Περόν», άλλο ένα εκρηκτικό ταλέντο, Άρης Πλασκασοβίτης-Δημοσιογράφος, Μαρία Δελετζέ-ερωμένη), ενώ χορωδία και λοιπό σύνολο επέτυχαν  συγχρονισμό αλλοδαπής κοπής σε χορευτικές αναθέσεις τους. Σημειώνουμε ιδιαίτερα το καλόγουστο, με όρους εποχής, τραγούδι του Άλεξ Οικονόμου ως diseur Αγκουστίν Μαγκάλντι, αλλά και τη σοβαρά προετοιμασμένη και ασφαλή μουσική διεύθυνση του Αλεξίου Πρίφτη επικεφαλής της Majestic Symphonic Orchestra (sic) και 10μελούς παιδικής χορωδίας. Το διεξοδικό, πλούσιο και εκτυπωτικά πολυτελές πρόγραμμα της παράστασης (επιμέλεια Μαριλένα Παναγιωτοπούλου) θα μάς θυμίζει το όλο και σπανιότερο στη χώρα μας όντως επαγγελματικό επίπεδο της παραγωγής.

Αναδημοσίευση από ΑΥΓΗ της Κυριακής 18/06/2017

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνηγόρου του Πολίτη» και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπήρξε συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην παραγωγή και παρουσίαση εκπομπών όπερας (1994 – 2010), είναι ο κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ, καθώς και τακτικό μέλος του Σωματείου «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», του Ωδείου Αθηνών, της «Κίνησης πολιτών για μιαν Ανοιχτή Κοινωνία» και της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, στην προεδρία του διοικητικού συμβουλίου της οποίας εκλέγεται από του έτους 2005.