• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • Φεστιβάλ Αιγαίου 2015

    Φεστιβάλ Αιγαίου 2015

    Το Φεστιβάλ Αιγαίου, μας οδηγεί ετησίως στην πάντα γοητευτική Σύρο.  Από τότε που εγκαινίασε τις δράσεις του στο νησί, το 2005, ανελλιπώς προσφέρει εκλεκτά προγράμματα στο φιλόμουσο κοινό που είτε διαμένει εκεί είτε το επισκέπτεται προκειμένου να παρακολουθήσει τις εκδηλώσεις

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2017 (138)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

ΑΠΟ ΤΗ ΜΠΡΑΤΙΣΛΑΒΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ

Θέατρο και μουσική στην πρωτεύουσα της Σλοβακίας

 

Από τις 10 έως τις 15 Μαίου 2015 και από κοινού με τον συνάδελφο, στην Αυγή και στην   Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, Λέανδρο Πολενάκη  βρεθήκαμε στη Μπρατισλάβα, αμφότεροι στο πλαίσιο του 11ου Φεστιβάλ «Νέου Δράματος», ο ίδιος και για την παρακολούθηση μιας νέας σλοβακικής όπερας στο νεοαναγεννησιακό κτήριο του Εθνικού Θεάτρου της Σλοβακίας, που δεσπόζει της ευρύχωρης κεντρικής πλατείας Hviezdoslavovo, χτισμένο από 2 Βιεννέζους, εγκαινιασμένο με την εθνική ουγγρική όπερα «Bánk bán » υπό τη διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη της, Ferenc Erkel, και  έχοντας στο πλάι του, αλλά σε απόσταση οπτικής αυτοτέλειας, το εξίσου ιστορικό Μέγαρο Reduta που στεγάζει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Σλοβακίας.

Το εκ βάθρων αποκατεστημένο εν έτει 1953 εμβληματικό κάστρο, που δεσπόζει της παραδουνάβιας πρωτεύουσας της Σλοβακίας, υπενθυμίζει όχι μόνο την ενθρόνιση σε αυτό σειράς βασιλέων της γειτονικής Ουγγαρίας, αλλά και το όνομα Pressburg, που έφερε η Μπρατισλάβα  ως το 1918 του τέλους της καισαροβασιλικής μοναρχίας  των Αψβούργων. Καταμεσής της πόλης ο Δούναβης, πλατύς, μεγαλοπρεπώς ορμητικός και πάντως ευχερώς πλωτός εξακολουθεί να την συνδέει ατμοπλοϊκά και πολιτισμικά με τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη, η απόσταση από τις οποίες ουδέποτε υπήρξε συντομότερη. Οι ίδιοι αξιοποιήσαμε λεωφορείο της γραμμής, προκειμένου να βρεθούμε, σε μία μόλις ώρα από το αεροδρόμιο της μονίμως «ξορκιζόμενης» αλλά αεί δεσπόζουσας Βιέννης, στον κεντρικό σταθμό υπεραστικών λεωφορείων του προορισμού μας, σε μια διαδρομή κατά την οποία δεν συναντήσαμε ίχνος υλοποιημένων εθνικών συνόρων, στο πλαίσιο μιας εκεί προφανώς υλοποιημένης ενωμένης Ευρώπης. Οι γεωγραφικές αυτές αναφορές δεν είναι, φυσικά, άσχετες με την ποιότητα των κρατικών δομών με τις οποίες ήλθαμε σε επαφή, αφού το Φεστιβάλ αποτελούσε οργανωτική υπόθεση του -στεγαζόμενου σε κτήριο του Υπουργείου Πολιτισμού- Θεατρικού Ινστιτούτου της χώρας, τον τομέα Τεκμηρίωσης και Ψηφιοποίησης του οποίου διευθύνει η δραστήρια θεατρική κριτικός Dária FFehérová. Στους χώρους αυτούς, εξάλλου, όπου ξεναγηθήκαμε από την ίδια, φιλοξενείται ο fundus των παραστατικών τεχνών της Σλοβακίας και από εδώ δρομολογούνται οι δίγλωσσες εκδόσεις για το Θέατρο (πρόζας και λυρικό κατά την εκεί κρατούσα  διοικητική θεώρηση και πρακτική), τον Xορό, τη σκηνογραφία, τα πόστερ των θεαμάτων, κλπ.. Εκδόσεις  που συναποκομίσαμε επιστρέφοντας στην Ελλάδα, προβληματισμένοι για δικές μας ελλείπουσες αναλογίες, που, εν πάση περιπτώσει, μάς επισημάνθηκαν και αρμοδίως.

Κρατούμε, λοιπόν,  ότι, σε κτήρια όχι πολύ διαφορετικά των σκυθρωπών της δικής μας διοικητικής πραγματικότητας, ψυχανεμιζόσουν μεμιάς ατμόσφαιρα προσήλωσης σε στρατηγικούς στόχους δημόσιου πολιτισμικού συμφέροντος και απέριττης  οργανωτικής σοβαρότητας. Ενδεικτικά, το ίδιο το γραφείο της γενικής διευθύντριας του Ινστιτούτου και του Φεστιβάλ, της ανοιχτόκαρδης απέναντί μας και εκ Σερβίας ορμώμενης Vladislava Fekete, όπου παρατέθηκε το μεσημβρινό γεύμα του αποχαιρετισμού στους επισκέπτες της διοργάνωσης, καλυπτόταν από πορτραίτα ιστορικών φυσιογνωμιών της κατά τα ανωτέρω εν γένει θεατρικής διαδρομής της χώρας και από κατάφορτες βιβλιοθήκες, εύγλωττες του ενδιαφέροντος για το υπηρετούμενο αντικείμενο.

Αλλά και τα ίδια τα θεατρικά έργα που παρακολουθήσαμε τις 5 ημέρες της παραμονής μας σε αυτή -τη φτωχότερη ίσως- από τις δημοκρατίες της Ευρωζώνης παρουσίαζαν πραγματικό ενδιαφέρον. Και αυτό επειδή κατ’ εξοχήν κινήθηκαν μακράν του εγκεφαλικού και αισθητικού ναρκισσισμού της ψυχαναλυτικής δαπάνης σε υπαρξιακά αδιέξοδα, με επικέντρωση, αντιθέτως, σε προβληματισμούς αντιπαράστασης με την ιστορία, ως μηχανισμό καταγραφής μνήμης και διαμόρφωσης οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, εν τέλει κρίσιμο για τη διαμόρφωση πολιτικών θέσεων, αξιακών παραδοχών και μεταφυσικών ανησυχιών.

Εν πρώτοις η νιοστή θεατρική μεταφορά του αριστουργηματικού μυθιστορήματος του Μιχαήλ Μπουλγκάκωφ  «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα», πρώτης ύλης μιας εισέτι αναμενόμενης αντάξιάς του όπερας, η οποία επιπλέον απέσπασε 2 βραβεία της διοργάνωσης. Η θεατρική προσαρμογή από τον Σλοβάκο σκηνοθέτη  Ondrej Spišák για τον «νομαδικό» θίασο του πολωνικού Teatro Tatro,  χωρίς μεν να επιλύει το -πάντως ανυπέρβλητο- πρόβλημα της μεταφοράς μεγάλων λογοτεχνημάτων σε μορφή πρόζας, συνδύασε μολαταύτα την πυκνή αφήγηση των ουσιωδών της πλοκής με διονυσιακή μείξη τεχνών και τεχνημάτων συγκροτώντας πανίσχυρη ατμόσφαιρα ακόμη και για εξόχως δυσχερείς σκηνές, όπως εκείνη της δαιμονικής πτήσης της μεταλλαγμένης σε μάγισσα Μαργαρίτας ή της Βαλπούργιας νύχτας, για τις ανάγκες της οποίας οι ολόγυμνοι συντελεστές μετέτρεψαν τον παρακείμενο της παραποτάμιας θεατρικής σκηνής χώρο σε φυσική επέκταση και παράμετρο της πλοκής επιτυγχάνοντας τη μέθεξη του κοινού με  αξιοθαύμαστη επιστράτευση οργιαστικού πρωτογονισμού.

Καμιά σχέση με πιθανολογούμενη γερμανική πεζότητα δεν διέθετε το βασισμένο πάνω στο «Κεφάλαιο» του Καρλ Μαρξ ομοιότιτλο έργο του Peter Lomnický στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Nová dráma της Μπρατισλάβα (θέατρο Aréna 11/05/2015). Αντιθέτως, απαιτητικής αμεσότητας  διάλογοι και μονόλογοι, απρόσμενα χορευτικά και ατμοσφαιρικές μουσικές έδιναν σάρκα και αίμα στους χαρακτήρες – αφηγητές. Ιδιαίτερο  ενδιαφέρον για την Ελλάδα του οξυμένου μεταναστευτικού προβλήματος παρουσίαζε και ο (ήδη παρουσιασμένος το 2010 στην Αθήνα σε σκηνοθεσία Κ. Ευαγγελάτου) «Χρυσός δράκος» του Γερμανού Ronald Schimmelpfennig (Andrej Bagar Theatre, Nitra, 12/05), όπου, με σχεδόν σατυρική αφετηρία στην κουζίνα του φερώνυμου κινεζικού μπιστρό και με αφορμή την οδονταλγία ενός νεαρού παράτυπου μετανάστη, εκτυλίσσεται ενώπιον του θεατή το ανείπωτο δράμα όχι μόνο του ιδίου, που καταλήγει  αβοήθητος καθότι χωρίς πρόσβαση σε ιατρική μέριμνα, αλλά και της νεαρής αδελφής του που κακοποιείται σεξουαλικά και σωματικά από εκμεταλλευτές της χώρας υποδοχής. Με υψηλές υποκριτικές επιδόσεις σε πολλαπλούς και συνεχώς εναλλασσόμενους ρόλους και χωρίς τα στοιχεία μοντερνισμού που θα ευαισθητοποιούσαν την τεχνοκρατική ματιά της κριτικής επιτροπής, τόσο ο «Χρυσός δράκος» όσο και, κυρίως, οι «Μεθυσμένοι» του Ρώσου συγγραφέα, ηθοποιού και σκηνοθέτη Ivan Vyrypajev (Δημοτικό Θέατρο P.O. Hviezdoslav) αποχώρησαν μεν χωρίς διάκριση από τη διοργάνωση, αλλά όχι και από την ψυχή μας. Στους «Μεθυσμένους», μέσα από τη συνταγή άρθρωσης αληθειών απρόσφορης εκφοράς σε κατάσταση νηφαλιότητας,, φαινομενικά ασύνδετοι μεταξύ τους χαρακτήρες  αποκαλύπτουν εσωτερικές αλήθειες και ανιχνεύουν δρόμους «σωτηρίας» από την περιρρέουσα καταναλωτική φθορά  σε μιαν οιονεί θεολογικής φιλοδοξίας έξαρση ανθρωπισμού. Έργο από τη στόφα μιας μεγάλης παράδοσης, οι «Μεθυσμένοι» κηρύσσουν τη δυνατότητα της άρσης και του πιο απρόβλεπτου ανάμεσά μας σε θέση «σωτήρα» κάποιου άλλου, όπως εμβληματικά συμβαίνει στην τελευταία σκηνή με έναν ετοιμοθάνατο σκηνοθέτη, στο πρόσωπο του οποίου μια πόρνη αναγνωρίζει τον Χριστό!

Ιδιαίτερο γεγονός της παραμονής μας στη Μπρατισλάβα αποτέλεσε και η επαφή μας με το λυρικό θέατρο της Σλοβακίας. Ο προγραμματισμός της Όπερας συναριθμούσε σε 2 τυπικά άγονους μήνες, όπως ο Μάιος και ο Ιούνιος, ακόμη και ρεπερτοριακές σπανιότητες, όπως «Τα κοσμήματα της Παναγίας», μελοδραματική υποσημείωση στο ρεύμα του βερισμού από τη γραφίδα του Ιταλογερμανού Ερμάννο Βολφ – Φερράρι. Η δική μας μελοδραματική γεύση αφορούσε, ωστόσο, με επικείμενη την παρουσίασή της στην «Άνοιξη της Πράγας», τη νέα όπερα «Dorian Gray» σε αγγλόφωνο λιμπρέτο της Καναδής συγγραφέως Kate Pullinger και μουσική της αυτόχθονος συνθέτριας Ľubica Čekovská (γεν.1975), αποφοίτου της Βασιλικής Ακαδημίας της Μουσικής του Λονδίνου και διακεκριμένης μαθήτριας μορφών της σύγχρονης μουσικής όπως οι Thomas Adès, Arvo Pärt and Harrison Birtwistle.

Με αγγλόφωνους επώνυμο πρωταγωνιστή (τον νεανικό και πιστευτά όμορφο Ιρλανδό λυρικό τενόρο Eamonn Mulhall) και αρχιμουσικό (τον επίσης εισέτι νεαρό, αλλά ήδη με προϋπηρεσία πλάι στον Σάιμον Ρατλ και τον Κεντ Ναγκάνο, Christopher Ward) η παραγωγή της Γερμανίδας Nicola Raab σεβάσθηκε τόσο τον βικτωριανό χωρόχρονο της πλοκής όσο και την ταυτότητα του αρχιτεκτονικού περίγυρου της αιθούσης και ακολούθησε με νεύρο τον ταχύ ρυθμό της δράσης, ενώ υστέρησε σε τόλμη έναντι των ομοερωτικών υπαινιγμών μιας αρκούντως γνωστής υπόθεσης και του εξίσου οικείου βιογραφικού υπόβαθρου του συγγραφέα της Oscar  Wilde. Χωρίς να έχουμε απαλλαγεί από την υποψία ότι μια δόση μεγαλύτερης σκηνοθετικής τόλμης θα απέδιδε εναργέστερα μιαν επίκαιρη υποκείμενη θεματική, απολαύσαμε εν τούτοις την υποβλητική μουσική γραφή, την πυκνή ροή του δράματος και αξιοσημείωτα χρώματα στην ενορχήστρωση, συστατικά μιας  εν πολλοίς ατμοσφαιρικής απόδοσης της ιδιαίτερης αυτής φαουστικής παραλλαγής. Από τα αξιομνημόνευτα μέρη του έργου εξαίρουμε την γεμάτη εσωτερικότητα απαγγελία της Οφηλίας στη β’ σκηνή της α’ πράξης και την ομαλή εκβολή της στο αισθαντικό ερωτικό ντουέτο, ακολουθία που πιστοποιεί την εμπειρία της Τσέκοφσκα στην ενασχόληση με τη μουσική για το θέατρο. Η συνθέτρια δεν δίστασε να αξιοποιήσει τρόπους της παραδοσιακής όπερας, όπως τον εμβόλιμο αισθησιακό χορό του νεαρού Τούρκου στο πορνείο της β’ πράξης. Ωστόσο το 2ο μέρος του έργου βοούσε για πιο χαμηλότονη σύνθεση, όπως στο ιντερλούδιο – γέφυρα προς την γ’ πράξη και στον εξομολογητικό μονόλογο του Ντόριαν, μια ονειρική διάσταση που επανήλθε πολύ αργά, κυριολεκτικά στα τελευταία μέτρα. Χωρίς αδύναμο κρίκο, πάντως, στην εκλεκτή και βασικά εγχώρια διανομή ερμηνευτών, αυτό το λυρικό πρωτόλειο υπόσχεται ενδιαφέρουσα συνέχεια που ελπίζουμε ότι δεν θα αργήσει…

Αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ της Κυριακής 7 και 14/06/2015

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνηγόρου του Πολίτη» και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπήρξε συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην παραγωγή και παρουσίαση εκπομπών όπερας (1994 – 2010), είναι ο κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ, καθώς και τακτικό μέλος του Σωματείου «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», του Ωδείου Αθηνών, της «Κίνησης πολιτών για μιαν Ανοιχτή Κοινωνία» και της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, στην προεδρία του διοικητικού συμβουλίου της οποίας εκλέγεται από του έτους 2005.