• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • «Τρικυμία» – Ο Ύστατος Σαιξπηρ ως Όπερα

    "Τρικυμία" - Ο Ύστατος Σαιξπηρ ως Όπερα

    Η επιτυχία του Thomas Adès στη Μετ                                                                                       Γράφει ο Κυριάκος Π. Λουκάκος Το αινιγματικό κύκνειο άσμα του Γουίλλιαμ Σαίξπηρ δεν σταματά να γοητεύει και να εμπνέει

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2017 (138)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

Αναζητώντας τον Γιάννη Βαρβέρη – Ευκαιρία μιας μαρτυρίας

Αντί  προλόγου

Τον Δεκέμβριο του 2013 η «Ένωσις Ελλήνων θεατρικών και Μουσικών Κριτικών» γιόρτασε 85 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στην Ελληνική πνευματική ζωή. Ταγμένη ως θεματοφύλακας της δεοντολογικής άσκησης του λειτουργήματος της κριτικής, η Ένωση αντιμετωπίζει άκαμπτη τις αναμενόμενες για την εποχή δυσχέρειες που ανακύπτουν από την γυμνή ισχύ των συμφερόντων και της θρασείας απόπειρας επιβολής τους. Μια σημαντική βακτηρία σε αυτή την καθημερινή διαδικασία μάχης για τα αυτονόητα ελάχιστα αποτελεί η αναβάπτιση της συλλογικής θεσμικής μνήμης στην προσφορά παλαιότερων και νεώτερων μελών της με αναντίρρητη δημόσια προσφορά.

Στον απόηχο των εκδηλώσεων της 8ης Δεκεμβρίου, και ως ακολουθία τους, προστέθηκαν 2 περιστάσεις παρόμοιας αναδρομής και αποτίμησης. Στις 27 Ιανουαρίου 2014 οι κτήτορες του θεάτρου «Στοά», Θανάσης Παπαγεωργίου και Λήδα Πρωτοψάλτη, διοργάνωσαν μια συγκινητική βραδιά για τον Γιάννη Βαρβέρη, εστιάζοντας στην παρουσία του ως θεατρικού κριτικού και μεταφραστή, ενώ μια εβδομάδα αργότερα, στις 3 Φεβρουαρίου, το Μουσείο Μπενάκη παρουσίαζε, στο κεντρικό του κτήριο, μια μνημειώδη έκδοσή του, το 1007 σελίδων μονογραφικό έργο του κριτικού μουσικής και διεθνούς φήμης μουσικολόγου και εγκυκλοπαιδιστή Γιώργου Λεωτσάκου «Σπύρος Σαμάρας, ο μεγάλος αδικημένος της έντεχνης ελληνικής μουσικής». Και στις 2 περιπτώσεις τα πάνελ των ομιλητών περιελάμβαναν συνοδοιπόρους των σημαντικών αυτών προσώπων της λόγιας ζωής[1]. Χαρακτήρα μαρτυρίας σε πρώτο πρόσωπο, έστω και κατ’ ανάγκην περιορισμένο,  είχαν και οι δικές μας εισηγήσεις, που, ελαφρά προσαρμοσμένες για τις ανάγκες της δημοσίευσης, τίθενται εν συνεχεία στην κρίση των εκλεκτών αναγνωστών της «ΗΛΙΑΙΑΣ».

 

Λίγο πριν το τέλος

Ο χρονισμός στο συναπάντημα των ανθρώπων παραμένει από τα πλέον γοητευτικά μυστήρια στη βιοτική διαδρομή μας. Συναντηθήκαμε αργά με τον Γιάννη Βαρβέρη. Εκείνος,  από μακρού ήδη, διακεκριμένο μέλος στην «Ένωση των Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών», εγώ νεόφυτος δόκιμος στο σωματείο που έμελλε να σφραγίσει με καταλυτικές εμπειρίες τη μετέπειτα πορεία μου. Συναντηθήκαμε τόσο αργά, ώστε η δοκιμασία της υγείας του να μην επιτρέπει καν να ανιχνεύσω την ηλικιακή μας εγγύτητα, είχαμε μια διαφορά μόλις 6 -περίπου- ετών. Η ευκαιρία που μάς έδωσε γι αυτή τη συνάντηση η Ένωση ήταν όμως ήδη υπονομευμένη από την περιορισμένη διακινδύνευση κοινωνικής επαφής που ιατρικά του επιτρεπόταν. Το ανίσχυρο πλέον ανοσοποιητικό του σύστημα υπαγόρευε, όπως ο ίδιος μού είχε αποκαλύψει, τη συχνή αποχή του από τις ούτως ή άλλως λιγοστές συλλογικές διαδικασίες μας. Την δική μας απώλεια γι αυτό επέτεινε και η χαρακτηριστική διακριτικότητα της συμμετοχής του. Αν και συγκαταλεγόταν στα πολυτιμότερα μέλη του ιστορικού Σωματείου μας, όχι μόνο δεν επέβαλλε την παρουσία του, αλλά δεν την υπενθύμιζε καν! Με τον δικό του, όμως, υπαινικτικό τρόπο, δεν έπαψε ποτέ  να εκπέμπει ένα ορατό στίγμα συνολικής ακεραιότητας.

Και ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή για μιαν οφειλόμενη διευκρίνιση: η κατάθεση αυτή συνοψίζει προεχόντως απόπειρα διατυπώσεως στοιχείων προσωπικής ενσυναίσθησης για τον Βαρβέρη, μέσα από τα μικρά και τα ολίγα, για ένα πρόσωπο, όμως,  η έστω και περιορισμένη εγγύτητα του οποίου με έθεσε αυτομάτως και εξ αρχής σε διαλεκτική διαδικασία με την προσωπικότητά του. Γνωρίζω καλά ότι αυτή η βιωματική προσέγγιση δεν κατοχυρώνει μεθοδολογικά την ιστορική ακρίβεια, ωστόσο έχω καταλήξει στην πεποίθηση, ότι είναι δυνατόν να αποδώσει, αφού ο ασκημένος σε παρόμοιου είδους προσεγγίσεις διαθέτει  εργαλεία κρίσης και εμπειρίας ώστε να αποτρέψει τη φαλκίδευση των συμπερασμάτων του. Με αυτή την αφετηρία, λοιπόν, και διαπιστώνοντας πόσα στοιχεία αγνοούσα, μέχρι  σχετικά πρόσφατα, για σημαντικές βιογραφικές συντεταγμένες του Γιάννη Βαρβέρη,  αναφέρομαι ακροθιγώς σε ορισμένους από τους σταθμούς της δημιουργικής ζωής του, χάριν ακόμη και των ελαχίστων από τους αναγνώστες που ενδεχομένως τους αγνοούν.

 

Ποίηση – κριτική – μετάφραση

Ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης «γεννιέται» στα 1975, στην αυγή μιας ελπιδοφόρας τότε «μεταπολίτευσης» και 20 συναπτά χρόνια μετά τη ληξιαρχική καταγραφή της ενανθρώπισής του. Τότε εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή,  με τον τίτλο «Εν φαντασία και λόγω» και, ένα χρόνο αργότερα, στα 1976, εγκαινιάζει διστακτικά, όπως αρμόζει στους ανθρώπους της επίγνωσης, την δραστηριότητά του ως θεατρικού κριτικού. Ακολουθούν ποιητικές συλλογές σε περίπου περιοδικό ρυθμό:  το 1978 «Το ράμφος», το 1982 «Αναπήρων πολέμου», το 1986 «Ο θάνατος το στρώνει», το 1991 «Πιάνο βυθού», το 1993 «Ο κύριος Φογκ». Από την τελευταία αυτή άντλησε ποιήματα η σύντροφός του Αλίκη Βαρβέρη για την αισθαντική απαγγελία της στην επετειακή συναυλία 85ετίας της Ένωσης, απαγγελία χαμηλόφωνη, με στίξη βαθιά σαν τις αναπνοές της και υπέροχη τοποθέτηση της φωνής. Ακολούθησαν κι άλλες συλλογές: Στα 1996 «Άκυρο θαύμα», το 2001 «Στα ξένα» για την  οποία του απονεμήθηκε το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» του έτους 2002 –είχε προηγηθεί η αναδρομική βράβευσή του με το «Βραβείο Καβάφη», την αμέσως προηγούμενη χρονιά, για την συλλογική έκδοση των ποιημάτων 1975-1996. Το 2005 ακολουθεί η ποιητική συλλογή «Πεταμένα λεφτά», το 2009  «Ο άνθρωπος μόνος» για την οποία, καθώς και για το σύνολο του έργου του, του απονέμεται το βραβείο Ιδρύματος «Πέτρου Χάρη» της Ακαδημίας Αθηνών του έτους 2010. Η ποιητική  επίδοση του Γιάννη Βαρβέρη φθάνει στον προτελευταίο της σταθμό με την μεταθανάτια έκδοση της κύκνειας συλλογής του «Βαθέος γήρατος», δηλωτικής, και εκ μόνου του τίτλου της,  της κόπωσης και του επικείμενου βιοτικού τέλους, που ήλθε αδυσώπητα πρόωρο στις 25 Μαΐου 2011.

Στη διαδρομή αυτή και με αφετηρία τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο ποιητής Βαρβέρης δραστηριοποιείται και ως λεπτολόγος μεταφραστής   για τις ανάγκες θεατρικών παραστάσεων[2], στο πλαίσιο των οποίων συνεργάζεται, μεταξύ εκλεκτών άλλων,  με σκηνοθέτες όπως, κατ’ αυστηρά αλφαβητική σειρά, οι  Εύης Γαβριηλίδης, Βασίλης Παπαβασιλείου και Διαγόρας Χρονόπουλος, καθώς και με τον οικοδεσπότη της τιμητικής εκδήλωσης Θανάση Παπαγεωργίου. Post mortem ήλθε και η διάκριση της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του Ε’ τόμου των κειμένων του θεατρικής κριτικής υπό τον συλλογικό τίτλο «Η κρίση του Θεάτρου, Ε΄» (η μεταθανάτια έκδοση και του 6ου τόμου ολοκλήρωσε τη διαθεσιμότητα αυτής της πολύτιμης πνευματικής κατάθεσης). Σημειώνω ότι, όπως απέδωσε η έρευνα του αρχείου μας[3], ο Γιάννης Βαρβέρης πλαισίωσε την Ένωσή μας το νωρίτερο δυνατόν βάσει του τότε ισχύοντος Καταστατικού μας, δηλαδή μάλλον ήδη το έτος 1979.

 

Η άλλη πλευρά της Σελήνης

Ο ποιητής, ο μεταφραστής, ο κριτικός,  ο αδιαφιλονίκητος άνθρωπος της stricto sensu πνευματικής δημιουργίας, ήταν ο προβεβλημένος, ο γνωστός, αλλά και ο μισός Γιάννης Βαρβέρης. Η άλλη, η λίγο ή ελάχιστα θεατή, πλευρά του με γοήτευε πάντοτε προνομιακά, ίσως γιατί παρουσιάζει ομοιότητες και παραλληλίες με πολύ οικεία προσωπικά δεδομένα ζωής, η σημασία των οποίων για τη διαμόρφωση της σύνθετης προσωπικότητας του Βαρβέρη, θεωρώ ότι δεν έχει επαρκώς φωτισθεί σε άλλες βιογραφικές ή αξιολογικές προσεγγίσεις του. Πρώτα οι ομοιότητες:  ο γεννημένος το 1955 Γιάννης Βαρβέρης, αποφοίτησε, όπως και ο γράφων,  από την παλιά Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή και από τη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Και ύστερα οι παραλληλίες, αφού η επαγγελματική του ιδιότητα για όλη την εργασιακή του ζωή υπήρξε εκείνη του δημοσίου λειτουργού στο Υπουργείο των Εξωτερικών, όχι πολύ διάφορη από τη δική μου θητεία, εν αρχή στο Υπουργείο Εσωτερικών και, από της ενάρξεως της λειτουργίας του, στον «Συνήγορο του Πολίτη». Μια επαγγελματική παραλληλία  που εκτείνεται και σε άλλους σημαντικούς κριτικούς της Ένωσης σε όλη την ιστορική διαδρομή της έως και σήμερα.

Ομολογώ ότι μόνο την υπηρεσιακή ιδιότητα του Γιάννη Βαρβέρη γνώριζα, όταν απέβλεψα, κατά τα τέλη του έτους 2010,  στη σύμπραξή του, προκειμένου να ενισχυθεί το κύρος της Επιτροπής Βραβείων Κριτικών Θεάτρου. Συντηρώ στη μνήμη μου τον μεγάλο κόπο που κατέβαλα, προκειμένου να κάμψω τις επιφυλάξεις του. Αυτή η πολιορκία στέφθηκε, εν τέλει, με επιτυχία κατά τη διάρκεια αυτής που έμελλε να είναι η τελευταία από τις λιγοστές τηλεφωνικές μας επικοινωνίες. Θυμάμαι, λίγο μετά τη λήξη συνεδρίασης του διοικητικού μας συμβουλίου, μέσα στο αυτοκίνητο μέλους του και παρουσία ως συνοδηγού ενός άλλου ιστορικού στελέχους της Ένωσής μας, του «πρύτανη» της μουσικής κριτικής Γιώργου Λεωτσάκου, ο Γιάννης Βαρβέρης μού χάρισε το περιπόθητο «ναι», μόνον όμως αφού μού είχε απευθύνει,  είδει ρητορικού ερωτήματος, την αίσθησή του, ίσως και την έκπληξή του, γιατί, όπως είπε -αναμένοντας, αλλά και αποδίδοντας σημασία στη διαβεβαίωσή μου- «σεις δεν έχετε κάποιο συμφέρον από όλη αυτή την προσπάθεια». Τον διαβεβαίωσα και αποδέχθηκε τη δήλωσή μου αυτή, αλλά απαιτήθηκε επιπροσθέτως η εγγύηση  της  αυτοπρόσωπης παρουσίας  μου στην Επιτροπή  για  την τελική υπέρβαση των δισταγμών του. Μια Επιτροπή, παρεμπιπτόντως, στην οποία, αλλοίμονο, εν τέλει δεν επέπρωτο να λάβει μέρος ποτέ, αφού έφυγε από τη ζωή ελάχιστες ημέρες πριν από την ειθισμένη προσυνεδρίαση του Ιουνίου.

Κράτησα μέσα μου αυτή τη συνομιλία μας, γιατί την αντιλαμβανόμουν, ακόμη και μετά την εκδημία του, ως  σκέπη αξιοπιστίας και ως βακτηρία σε ώρες υπαρξιακής αντιπαράστασης με κρίσιμες αποφάσεις και επιλογές ρήξεων. Και η συμπλήρωση της γνώσης μου για  τις βιογραφικές του συντεταγμένες που προανέφερα λειτούργησε ενισχυτικά σε αυτή την κατεύθυνση.

 

Εκπαίδευση και αξίες

Μόνον όποιος έχει βιώσει το αταξικό κλίμα τελειοθηρίας που διέτρεχε την παλιά Βαρβάκειο της συμβολής των οδών Ασκληπιού και Αραχώβης (νυν Οκταβίου Μερλιέ), στο μερικώς υφαρπαγέν για αποκλειστική πρωινή χρήση αρρένων κτήριο του Ε’ Γυμνασίου Θηλέων,  μπορεί να κατανοήσει την αυτοκριτική εμμονή, με την οποία μόλυνε τη ζωή των μαθητών της το ιδεώδες ακεραιότητας, υπευθυνότητας  και  φιλοπρωτίας που καλλιεργείτο στο σχολείο αυτό, πριν από την αποδόμησή του τη μοιραία για τον Ελληνισμό δεκαετία του 1980. Μέσα σε αυτή την σπαρτιατικής φόρτισης και αυστηρότητας δημοκρατία των αρίστων, χωρίς διάκριση πλουσίων ή πενήτων, ισχυρών ή παραδειγματικά ανίσχυρων,  ευαίσθητοι μαθητές, όπως ο Γιάννης Βαρβέρης, γαλβανίζονταν σε ιδεαλιστικές προσηλώσεις, ζηλωτικές και ανιδιοτελείς.

Βίωσα ο ίδιος -και με σημάδεψε στο διηνεκές- τη δύναμη του θεσμικού αυτού εκπαιδευτικού παραδείγματος, γι αυτό και διακινδυνεύω την εκτίμηση ότι το παράδειγμα αυτό συνέβαλε καθοριστικά και στη δόμηση χαρακτήρα του Βαρβέρη, σαφώς συμπληρούμενο και επικουρούμενο από οικογενειακές καταβολές, μεταξύ άλλων του  θείου του και διακεκριμένου ηθοποιού και πνευματικού ανθρώπου Δήμου Σταρένιου. Συνδυαστικά, λοιπόν, πιστεύω ότι οι καταβολές αυτές τού υπέδειξαν δίοδο προς τον αδιαπραγμάτευτο έρωτα της τέχνης ως βαθύτατα προσωπικής αναφοράς. Και ισχυρίζομαι σθεναρά ότι από αυτή τη φάση της ζωής, που αποκρυσταλλώνει τον χαρακτήρα, ο Βαρβέρης έλαβε την απόφαση να διαχωρίσει την υπηρέτηση της τέχνης από τον βιοπορισμό, προκειμένου ακριβώς να διαφυλάξει την επαφή του μαζί της αλώβητη στη φθορά από συμφέροντα και ιδιοτέλειες. Και οι  ίδιες αυτές θεωρήσεις υπολαμβάνω ότι έκαμψαν εν τέλει τους όποιους αρχικούς ενδοιασμούς του κατά 6 χρόνια πρεσβύτερου συμμαθητή μου, σε σχέση με την κριτική ενασχόλησή του. Θεωρήσεις μυοσκελετικής σημασίας για μια προσωπικότητα, ενίοτε δυσδιάκριτες σε πρώτο επίπεδο, που η αντιπαρέλευσή τους στις μέρες μας οδηγεί συχνά σε παράκαμψη της δεοντολογίας αναιρώντας το κύριο στοιχείο αξιοπιστίας της κριτικής, δηλαδή τον αδέσμευτο χαρακτήρα της. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, το παράδειγμα του  Γιάννη Βαρβέρη, ως ανθρώπου με πολύπλευρη δραστηριότητα, ο οποίος, παρά τις κάποτε αιχμηρές τοποθετήσεις του, ουδέποτε, όμως, ως κριτικός δέχθηκε αξιόπιστη μομφή ελαττωμένης ευθυκρισίας έναντι του αντικειμένου του,  λειτουργεί διδακτικά  και ενισχυτικά για όσους έχουν  επιλέξει συνειδητά  τον λόγιο έναντι του κερδώου Ερμή.

 

Κριτική και πρωτογενής δημιουργία

Δεν είναι τυχαίο, στο πλαίσιο που προεκτέθηκε, και ένα πρόσθετο γεγονός, στο οποίο επέμεινε η Αλίκη Βαρβέρη σε μια ζεστή και πολύ διαφωτιστική σαββατιάτικη συνάντησή μας, ότι δηλαδή ο Γιάννης θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση ενασχόλησης με την κριτική την παράλληλη επίδοση του κριτικού στον τρόπον τινά πρωτογενή τομέα της πνευματικής παραγωγής. Θα επικαλεσθώ και πάλι την κοινή, ιδεαλιστικά φορτισμένη  εκπαιδευτική μας προϊστορία, προκειμένου να αιτιολογήσω αυτή τη θέση αφετηρίας, που κατανοώ και συμμερίζομαι απόλυτα. Μια θέση αφετηρίας, η οποία  ιεραρχεί ως πρώτης τάξεως διακύβευμα τη νομιμοποίηση στη διατύπωση κριτικής και αξιολογεί ως κύριο όρο της νομιμοποίησης αυτής την καταβολή προσωπικής πνευματικής εισφοράς, μιας εισφοράς την οποία, όπως ήδη γνωρίζουμε, ο ίδιος κατέβαλε με το παραπάνω μέσα από το σημαντικό ποιητικό και εν γένει λόγιο έργο του, αλλά και με την άρνησή του να το καταστήσει κύριο μέσο βιοπορισμού.

Όμως και ο όγκος των κριτικών του δοκιμίων, ήδη σήμερα, που ευτυχώς έχουν συγκεντρωθεί και εκδοθεί συστηματικά[4], αλλά και ακόμη περισσότερο στο μέλλον, οφείλει να αξιολογηθεί ως ipso jure πρωτογενής ιστορική και επιστημονική  συνεισφορά, προοπτική της οποίας ο Βαρβέρης, διατηρώ την ενσυναίσθητη βεβαιότητα, ότι είχε πλήρη συνείδηση. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, και παρά την προϊούσα ευχέρειά του  στην παραγωγή των κριτικών του κειμένων, μελετούσε πάντα προτού καταθέσει στο χαρτί και στη δημόσια εποπτεία τη θεώρησή του για ένα παραστατικό γεγονός, διαδικασία απαρέγκλιτη για όποιον φιλοδοξεί να υπηρετήσει με αξιώσεις κύρους και βάθους την κριτική. Και είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι θεράποντές της, στους οποίους πιστώνεται από τους χώρους αυξημένη σοβαρότητα, συνδυάζουν την εμμονή στην ευθυκρισία και τη δεοντολογία με αυτού του είδους την συνεχή αναβάπτιση στη μελέτη, ακόμη και μετά από δεκαετίες συνεχούς διεύρυνσης της γνώσης και της εμπειρίας τους.

Όσο για το εύρος της, η μελέτη προετοιμασίας για τον Γιάννη Βαρβέρη, αλλά και για όσους επικαλέσθηκα ως ομόφρονές του,  είχε και έχει πάντα το στοιχείο οικουμενικότητας του εκτός διοικητικών ή ιδρυματικών εγκιβωτισμών αναγεννησιακού ανθρώπου. Σε εποχή  κατακερματισμού της γνώσης στο όνομα της εξειδίκευσης, ο Βαρβέρης διέθετε το ανοιχτό βλέμμα της ευρύτερης εποπτείας που τόσο εντατικά αναζητούμε και τόσο σπάνια βρίσκουμε στα βολικά κελιά του εκπαιδευτικού κατεστημένου. Η αγάπη του αίφνης για το γαλλικό chanson θα ηχούσε τουλάχιστον παράδοξη σε πολλούς, που συντηρούν την άποψη ότι μπορούν να υπαγορεύουν τα του Θεάτρου ερήμην των άλλων Μουσών…. Και δεν είναι μόνον η ρωμανικού αρώματος εγκύκλια καλλιέργεια του Βαρβέρη, που παραπέμπει νοσταλγικά σε  ένα πολύ αναγνωρίσιμο στοιχείο γενικής παιδείας και ανατροφής της μετρίως απώτερης αθηναϊκής αστικής ζωής, αλλά και η εντεινόμενη σύγχρονη τάση σύμπραξης των τεχνών στο παραστατικό πεδίο, που καθιστά τη συνολική οπτική του ως πνευματικού ανθρώπου εξόχως επίκαιρη.

 

Παρακαταθήκη

Εν κατακλείδι, οι αξιακές συντεταγμένες του Γιάννη Βαρβέρη ως κριτικού με ευρεία λόγια ενασχόληση, για τις οποίες επιχειρήθηκαν επί μέρους νύξεις, αποτελούν αντηρίδες της ίδιας κατασκευής, δηλαδή της αδέσμευτης, ευρυμαθούς, απροκατάληπτης, έγκυρης και εν τέλει λειτουργηματικής άσκησης του ευαίσθητου αντικειμένου της κριτικής. Ένα αντικείμενο το οποίο οφείλει να παραμένει αποσυνδεδεμένο από κάθε μορφής επαγγελματική ή άλλης τάξεως ιδιοτέλεια. Τότε μόνον η κριτική είναι δυνατόν να ανταποκρίνεται στην ουσιαστική αποστολή της ως συνοδοιπόρου και χρονικογράφου της τέχνης, την οποία οφείλει να υπηρετεί ως βήμα  έντιμου διαλόγου με τους κανόνες της, με τους σκαπανείς της πρωτογενούς έκφρασής της, αλλά και με το γενικό κοινό τέχνης και κριτικής. Για τον Γιάννη Βαρβέρη, όπως και για αρκετούς ακόμη από τους σημερινούς συντρόφους του στην Ένωση των Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής,  η τέχνη και η κριτική της παραμένει πνευματική και ηθική κοιτίδα, έναντι της οποίας, όπως και της πατρίδας, αναγνωρίζονται μόνον οφειλές και ουδεμία αξίωση. Αυτή την μεγάλη συνολική αλήθεια, με την αναγνωρίσιμη, ας ελπίσουμε, από τους ανθρώπους της τέχνης, δυναμική της, κληροδότησε ο Γιάννης Βαρβέρης σε όσους ακολουθούν, ενδεχομένως απερίσκεπτα και πάντως ταπεινά,  τα ίχνη του. Με αυτή την έννοια η ενίοτε αιχμηρή, αλλά πάντα σεμνή αλήθεια της σκέπης του μάς συντροφεύει, μάς κατευθύνει  και μάς ενισχύει[5]

 


 

[1] Στην εκδήλωση για τον Γιάννη Βαρβέρη, πέραν των ίδιων των Θανάση. Παπαγεωργίου και Λήδας Πρωτοψάλτη, καθώς και του γράφοντος, για τον τιμώμενο μίλησαν, σε προσωπικό τόνο, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κύπρου Μιχάλης Πιερρής, με ιδιαίτερη έμφαση στον Βαρβέρη ως μεταφραστή, οι σκηνοθέτες Εύης Γαβριηλίδης και Διαγόρας Χρονόπουλος, που είχαν συνεργασθεί μαζί του, καθώς και ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Νίκος Ξυδάκης, που φώτισε την πτυχή δημοσιογραφικής συμβίωσής τους στο Φύλλο. Ιδιαίτερη συγκινησιακή φόρτιση ανέπτυξε η ευχαριστήρια παρέμβαση της Αλίκης Βαρβέρη, χήρας του τιμώμενου, καθώς και η διακριτική παρουσία στο γεγονός του υιού του Νικολάου – Δημοσθένη και πολλών φίλων και συναδέλφων του.

[2] Ιδιαίτερη αναφορά αρμόζει στη μετάφρασή του της κωμωδίας του Μενάνδρου «Σαμία»,  σε ιδίωμα απλής καθαρευούσης, που αξιοποιήθηκε για την παραγωγή του έργου, εν πρώτοις σε κυπριακό πλαίσιο, από τον Εύη Γαβριηλίδη. Ο ίδιος, συνόδευσε την εισήγησή του με ολιγόλεπτα αποτμήματα αλλεπάλληλων αναβιώσεων της παραγωγής αυτής στην Κύπρο και την Ελλάδα.

[3] Ο κατάλογος μελών της Ενώσεως συγκροτήθηκε εν έτει 2010 από τον έφορό της Γεώργιο Κύρκο-Τάγια, επ’ ευκαιρία αναδρομικής εκθέσεως για την 80ετία του Σωματείου, και ενημερώθηκε από τον πρόεδρό της Κυριάκο Λουκάκο και το τακτικό μέλος της Ευτύχιο Δ. Χωριατάκη, κατά μήνα Μάϊο του έτους 2013.

[4] Αναλυτικά ,  «Κρίση του θεάτρου» (1976-1984), Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτης, 1985,  «Κρίση του θεάτρου» Β΄ (1984-1989), Αθήνα, εκδόσεις Εστία, 1991,  «Πλατεία θεάτρου», δοκίμια, εκδόσεις Σοκόλης, 1994,  «Κρίση του θεάτρου Γ΄» (1989-1994), εκδ. Σόκολης, 1995,  «Κρίση του θεάτρου Δ΄» (1994-2003), εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2003, «Κρίση του θεάτρου Ε΄» (2003-2010), εκδ. Αλεξάνδρεια, 2010 και Κρίση του θεάτρου Στ΄, εκδ. Αλεξάνδρεια 2013.

[5] Θερμές ευχαριστίες στους κκ. Αλίκη και  Νικόλαο – Δημοσθένη Βαρβέρη για την προμήθεια πληροφοριακού υλικού και την λοιπή ολόπλευρη προθυμία στην αρωγή τους.

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνηγόρου του Πολίτη» και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπήρξε συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην παραγωγή και παρουσίαση εκπομπών όπερας (1994 – 2010), είναι ο κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ, καθώς και τακτικό μέλος του Σωματείου «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», του Ωδείου Αθηνών, της «Κίνησης πολιτών για μιαν Ανοιχτή Κοινωνία» και της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, στην προεδρία του διοικητικού συμβουλίου της οποίας εκλέγεται από του έτους 2005.