• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • Μήδεια, Ευριπίδη. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Γεωργαλάς. Θέατρο: Μπάγκειον

    Μήδεια, Ευριπίδη. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Γεωργαλάς. Θέατρο: Μπάγκειον

    Μήδεια, μια σύλληψη ζωής που γίνεται σύλληψη θανάτου, ένας προσωπικός όλεθρος που καταβυθίζεται στο αίσημον ήμαρ καθώς το πάλλευκο ομοίωμά του λικνίζεται αλλόκοτα, σιωπηλά και παγωμένα στην αιματοβαμμένη μητρική αγκαλιά. Για όλα τ΄άλλα νιώθει φόβο η γυναίκα και δεν έχει θάρρος ούτε μπορεί τα όπλα ν’ αντικρίσει

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2019 (91)
    • 2018 (117)
    • 2017 (98)
    • 2016 (97)
    • 2015 (78)
    • 2014 (111)
    • 2013 (85)
    • 2012 (37)
  • Σύνδεσμοι

«Ένας ανεπαίσθητος Πόνος» του Harold Pinter, σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χριστοφή

Σκηνή από το έργο «Ένας ανεπαίσθητος πόνος» του Harold Pinter. Φωτο: Χρήστος Καλαϊτζής.

 

Α Slight Ache, (Ένας ανεπαίσθητος Πόνος, 1958), του Harold Pinter,

Σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χριστοφή,

Θέατρο «Μπιπ» – 2η χρονιά από 18 Οκτωβρίου για περιορισμένες παραστάσεις.

There are no hard distinctions between what is real and what is unreal, nor between what is true and what is false. A thing is not necessarily either true or false; it can be both true and false, Harold Pinter, 1958.

Ήδη από τον μεσοπόλεμο υπήρχε ένας υφέρπων υπαρξιακός σχετικισμός που ερωτοτροπούσε με την τέχνη αμφισβητώντας αξίες, βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις, κατακτήσεις, την ίδια την ανθρώπινη λογική, αλλά κατέστη απαραίτητο ένα καταστροφικό γεγονός για να κατορθώσει να εδραιωθεί˙ το γεγονός δεν ήταν άλλο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Martin Esslin δημοσιεύει το έργο Theatre of Absurd το 1961, τρία χρόνια μετά την πιντερική δήλωση αλλά και τη συγγραφή του δράματος A Slight Ache, ωστόσο σε μεταγενέστερες εκδόσεις του έργου του εντάσσει και τον Harold Pinter ως τον 5ο δραματουργό του ειδικού αυτού τύπου θεάτρου μετά τους Beckett, Ionesco, Genet και Αdamov.

Το Α Slight Ache ανήκει στον κύκλο των comedies of menace και δημιουργήθηκε αρχικά για το ραδιόφωνο, ωστόσο ανέβηκε στη σκηνή αρκετές φορές με μεγάλη επιτυχία. Είναι από τα έργα που δεν παίζονται συχνά στην αθηναϊκή σκηνή, ως εκ τούτου η επανάληψη για δεύτερη χρονιά – έστω και για περιορισμένες παραστάσεις – ήταν απαραίτητη για τους λάτρεις του πιντερικού παράλογου.

Οι πιντερικές comedies of menace ξεκινούν αναπαριστώντας μια ήρεμη, νηφάλια, παράλογα ιδεατή και ειρηνική κατάσταση που ακουμπά σε μια λανθάνουσα ναρκοθετημένη περιοχή˙ η φαινομενικά ιδεατή πραγματικότητα καθίσταται απειλητική με σταδιακές κορυφώσεις συναισθηματικών εξάρσεων και παράλογων σπαραγμάτων ύπαρξης που χαίνουν ακατανόητα, εφιαλτικά, θωπεύοντας λάγνα το φροϋδικό unheimlich, τη νεκρή ζώνη μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας.

Πράγματι, ο εβραίος Pinter αγκαλιάζει ενσυναισθητικά το φροϋδικό unheimlich, τον τρόμο και τη φρίκη που προκαλεί στο ταλαιπωρημένο, βασανισμένο, νεκρωμένο ανθρώπινο ον της μεταπολεμικής αλήθειας το άγνωστο αλλά και η αλλόκοτη αστάθεια ενός κόσμου που καταρρέει˙ ενός κόσμου που σπαράσσει καθώς οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ενταφιάζουν την ψευδαίσθηση ότι ο Άνθρωπος είναι το κέντρο του τεράστιου αυτού σύμπαντος και συγκλονίζουν τα θεμέλια της σκέψης, του λόγου, του ρασιοναλισμού, στον βωμό μιας βαθιά τραγικής και ανελέητα φευγαλέας υπαρκτικής πολυπλοκότητας, αβεβαιότητας και παραλογισμού.

Στον απόηχο του γαλλικού Υπαρξισμού και του αδιεξόδου που διέπει την προσωπική επιλογή, ο πιντερικός ήρωας εγκλωβίζεται σε έναν ακατανόητο υπαρξιακό λαβύρινθο που τον καλεί  να κάνει επιλογές χωρίς ο ίδιος ο ήρωας να γνωρίζει την αλήθεια. Η δυναμική αυτή, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη οπτική με την  οποία επενδύει ο Pinter το δράμα και το παράλογο της ύπαρξης δημιουργεί μια λυρική, ποιητική ατμόσφαιρα που ερωτοτροπεί ηδονικά με το παράλογο φως της αλήθειας˙ συνθέτει έτσι έναν κόσμο παράλληλα κωμικό και τραγικό, μια παραίσθηση γοητευτικά παράλογη και ρεαλιστική, αληθινούς ανθρώπους που ζουν, ανασαίνουν, βασανίζονται και πεθαίνουν σε έναν υπερρεαλιστικό, ανύπαρκτο, αλλόκοτο και μη φυσιολογικό αλλά ταυτόχρονα τραγικά αληθινό κόσμο, συνιστώντας τη μετουσίωση του πιντερικού έργου, του λεγόμενου pinteresque που καθηλώνει και μαγεύει τον θεατή.

Σκηνή από το έργο "Ένας ανεπαίσθητος πόνος" του Harold Pinter. Φωτο: Χρήστος Καλαιτζής.

Σκηνή από το έργο «Ένας ανεπαίσθητος πόνος» του Harold Pinter. Φωτο: Χρήστος Καλαϊτζής.

 

Η υποτυπώδης πλοκή υφαίνεται περίτεχνα γύρω από το ανασάλεμα μιας εξωγενούς απειλής˙ ενός άγνωστου, τρομακτικού εισβολέα που ενεργοποιεί και αναμοχλεύει άρρητες, υποχθόνιες και άηχες κραυγές απόγνωσης, ασύνειδης δυστυχίας και φρίκης. Η διεργασία ανάδυσης του επώδυνου, βαθιά θαμμένου ολέθρου έχει τις απαρχές της στο ανεπαίσθητο πέταγμα μίας σφήκας˙ η ανεπαίσθητη παρουσία του εισβολέα συνιστά ένα ανούσιο συμβάν που στον κόσμο του pinteresque οδηγεί στην ουσία και ενεργοποιεί την διάπυρη επικοινωνία των σημασιών.

Η ευτυχισμένη ημέρα του Edward και της Flora διαταράχθηκε, το ανεπαίσθητο πέταγμα της σφήκας συγκλόνισε τα σαθρά θεμέλια μιας σαθρής, ψευδαισθητικής καθημερινότητας˙ φοβίες, ενοχές, απωθημένες σκέψεις κι επιθυμίες, οργισμένες κι αγριεμένες  λάμψεις λανθάνουσας μήνιδος σέρνονται σαρκαστικά πάνω στα αόρατα τείχη μίας ψευδαισθητικής ευτυχίας που απειλείται με αφανισμό. Ο Edward και η Flora συνταράσσονται βουλιάζοντας στο unheimlich, το φροϋδικό ανοίκειο και στην προσπάθεια να το απωθήσουν, βρίσκονται συνένοχοι σε έναν φόνο˙ είναι η στιγμή που το έγκλημα καταπραΰνει το νοσηρό κι ενοχικό εγώ, καθώς η σφήκα γίνεται  το εξιλαστήριο θύμα που πρόσκαιρα θάβει και πάλι το υπόρρητο μένος.

Ο Pinter δε σταματά εκεί, καθώς η κάθοδος προς τον Άδη είναι ένα γεγονός, πλέον, δρομολογημένο˙ η νήδυμη φαντασίωση καταρρέει μέσα σε μια νήδυμη, επίπλαστη ατμόσφαιρα,  σαν λάβα που ξεχύνεται ξεδιάντροπα κι ηδονικά, κατακαίγοντας σάρκες, επιθυμίες, προσδοκίες, ζωές, σιωπές και όνειρα. Κάπου εκεί, στο απερινόητο, ακατανόητο, άχρονο, αλλόκοτο και αλληγορικό πιντερικό σύμπαν προβάλλει ο όλεθρος, μεταμφιεσμένος σε πωλητή σπίρτων.

Ο ανεπαίσθητος πόνος στα μάτια του Edward συνιστά ένα παράλογο, ένα οξύμωρο στοιχείο που διαχειρίζεται αριστοτεχνικά ο παράλογος Πιντερ, καθώς ο πόνος αυτός είναι ανεπαίσθητος στον πλασματικό κόσμο της αλήθειας του Edward και της Flora, ωστόσο στην ουσία είναι ένας αβάσταχτος πόνος που κορυφώνεται για μπορέσει ο Edward να αντικρίσει αυτό που φοβόταν να κοιτάξει˙ αυτό το σημείο της αυτογνωσίας είναι και η κορύφωση του φροϋδικού unheimlich, καθώς  το unheimlich προϋποθέτει την ανάκληση ενός ξεχασμένου, απωθημένου συναισθήματος που προκαλεί αλλόκοτο τρόμο.

Η ατέρμονη, απέλπιδα προσπάθεια του πιντερικού ήρωα να αντιληφθεί τα όριά του είναι μία φρικτή πάλη με τον εαυτό και ξεχύνεται μέσα σε ένα σύμπαν παράλογο, ονειρικό, άλογο κι αρχετυπικό, που αρνείται νομοτελειακά και ξεδιάντροπα κάθε έλλογη απάντηση σε υπαρξιακά ερωτήματα που αφορούν τη ζωή, την αδικία, τον ανθρώπινο πόνο, τον θάνατο. Ο ανεπαίσθητος πόνος, ολέθριος και επώδυνος ακρωτηριάζει το  ψευδαισθητικό είναι, χωρίς αιδώ, χωρίς λύτρωση, καταπίνει την ύπαρξη καθώς εκείνη βουλιάζει στην αυτογνωσία συνομιλώντας με τον εαυτό της λίγο πριν το αίσημον ήμαρ.

Η σκηνοθετική οπτική της Χριστίνας Χριστοφή δράττει την αλληγορική, αλλόκοτη αχλή του  théâtre de l’absurde και επενδύει με αριστοτεχνική απλότητα την βαθιά οδύνη που κάνει το ανθρώπινο βίωμα να αιμορραγεί. Η σκηνοθέτης τονίζει με θαυμαστό ρυθμό τα παράλογα στοιχεία του Pinter, όπως τον ασύμβατο με τη δράση λόγο και διάλογο των ηρώων, το κωμικό στοιχείο του λόγου που κρύβει βαθιά τραγικότητα και καταδεικνύει την αδυναμία επικοινωνίας των πιντερικών ηρώων˙ έναν λόγο που βασίζεται σε μια διαλεκτική καθημερινή, λόγο πεζό, αναίμακτα βαρετό, που περιφέρεται λαίμαργα γύρω από το σημαντικό, το ολέθριο, το οποίο παραμένει λεκτικά ανέκφραστο, αλλά βιωματικά, συναισθηματικά και ψυχικά παρόν. Ο λόγος δεν τολμά να πλησιάσει το ολέθριο γιατί δεν αντέχει τη φρίκη του∙ κι αυτό το ολέθριο δεν είναι άλλο από εκείνο το ουρλιαχτό του ανθρώπου που συνειδητοποιεί τη θνητότητά του, την προσωπική του ρωγμή, και σπαράζει εγκλωβισμένος μέσα σε αυτή.

Παράλληλα, η σκηνοθεσία τονίζει τις σιωπές που είναι γεμάτες απωθημένα οράματα και σκιές θαμμένων προσδοκιών,  τον αντι-δραματικό χαρακτήρα του πιντερικού έργου, καθώς τα δραματικά στοιχεία του έργου παραμένουν ακατανόητα, μυστηριώδη και περιφέρονται στη νεκρή ζωνη μεταξύ αλήθειας και ψευδαίσθησης, αφήνοντας τον θεατή, ή τον ερευνητή να επιλέξει τη δική του ερμηνεία. Επιπλέον, η σκηνοθεσία της Χ. Χριστοφή αξιοποιεί στο έπακρο τη σκοτεινότητα, την αχρονία, την αποσπασματική και συγκεχυμένη πλοκή που κινείται μεταξύ εφιάλτη και πραγματικότητας για να επιτύχει τη μέθεξη –  δυνατότητα που δύσκολα γίνεται εφικτή στο θέατρο του παραλόγου αλλά στον Pinter είναι γεγονός –  και να προβάλλει τον παραλογισμό που διέπει την ανθρώπινη καθημερινότητα αλλά και τη ζωή στο σύνολό της.

Σκηνή από το έργο "Ένας ανεπαίσθητος πόνος" του Harold Pinter. Φωτο: Χρήστος Καλαϊτζής.

Σκηνή από το έργο «Ένας ανεπαίσθητος πόνος» του Harold Pinter. Φωτο: Χρήστος Καλαϊτζής.

 

Ο Δημοσθένης Φίλιππας είναι ο πιντερικός, μοναχικός ήρωας που παλεύει να βρει τη δική του αλήθεια αλλά εγκλωβίζεται στο προσωπικό του όραμα, την προσωπική του ψευδαίσθηση για να βουλιάξει στην αυτογνωσία. Ο Δ. Φίλιππας ακροβατεί μεταξύ εφιάλτη και πραγματικότητας, ακολουθώντας την οδό του Αχέροντα με απαράμιλλη ενσυναίσθηση, σεβασμό και υποκριτική δεξιότητα, ρυθμό στον λόγο και εξαιρετική άρθρωση. Μας παρασύρει στη μοναξιά του και βιώνει την ιδιαίτερη φύση και προσωπικότητα του παράλογου αντιήρωα˙ ερμηνεύει με σθένος και αλήθεια τον αποσπασματικό, εφιαλτικό και συνεχή μονόλογο που τον οδηγεί στην αυτεπίγνωση, αντικρίζοντας την αλήθεια στο κάτοπτρο του πωλητή σπίρτων μέσα από τον ανεπαίσθητο πόνο.

Η Flora της Μαρίας Μπρανίδου ενεργεί διαισθητικά, αλληλοεπιδρώντας άψογα με τον Edward, άλλοτε γλυκιά και θηλυκή, άλλοτε παρορμητική και απόμακρη ακολουθεί άψογα χρόνο, τόνο και ρυθμό και ταυτίζεται απόλυτα με τη Flora και τις συναισθηματικές της διακυμάνσεις. Ο άλλοτε ονειρικός, άλλοτε ειρωνικός και άλλοτε δημιουργικός διάλογος με τον πωλητή σπίρτων εκφράζει τις μύχιες επιθυμίες της Flora και φέρει μια οικειότητα που διαφωτίζει και ενισχύει την πλοκή, οδηγώντας τον θεατή στα δικά του συμπεράσματα.

Τα σκηνικά και κοστούμια της Μυρτούς Κοσμοπούλου λειτουργούν αρμονικά με το πιντερικό πνεύμα˙ σηματοδοτούν και οριοθετούν ένα σημείο μεταξύ εξωτερικής πραγματικότητας και του χώρου που εκτυλίσσεται το δράμα, δένουν απόλυτα με το ρεαλιστικό πλαίσιο του Pinter εντείνοντας το ανοίκειο, η δυναμική του οποίου αναδύεται σταδιακά. Οι φωτισμοί του Γιάννη Ζέρβα συνεπικουρούν στον άρτιο αποτέλεσμα και την εσωτερικότητα, ενώ ευρηματική είναι η τεχνική της σκιάς στους διαλόγους. Η μετάφραση του Αλέξη Αλάτση είναι εξαιρετική, μεταδίδει αυτούσιο το πνεύμα του πιντερικού λόγου και βοηθά στη μέθεξη του θεατή, ενώ η μουσική επένδυση των Stratum 3 τονίζει το νόημα όπου είναι απαραίτητο.

Αν το θέατρο είναι μια ζωή περίκλειστη σε 90 λεπτά, τότε πάντα θα υπάρχει ένας ανεπαίσθητος πόνος μίας τραγικής απαντοχής, μίας αλλόκοτης ιστορίας που είναι φρικιαστικά αληθινή και βαθιά ανθρώπινη˙ μια νεκρή ζώνη που γεμίζει από την απουσία της επικοινωνίας, μία ομίχλη σχεδόν μπεκετική, που πλανιέται στη σκηνή και την πλατεία για να μας εγκλωβίσει στην απόγνωση, αλλά και σε μια, ενίοτε μοιραία, αυτεπίγνωση.

Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

Τ’ άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ’ αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.

 

Λία Τσεκούρα, Αθήνα 06102019

 

About Λία Τσεκούρα

Η Λία Τσεκούρα είναι Κριτικός Θέατρου, Γ.Γ. του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, Καθηγήτρια Ανώτερων Θεωρητικών και Πιάνου.